05-07-2026, Ω/11:45′
Στην Καλλιθέα της δεκαετίας του ’50, η αυλή μας ήταν ένα σύμπαν ολόκληρο. 17 οικογένειες, κοντά 50 ψυχές, και στη μέση της αυλής ένας καμπινές. Ένας για όλους.
Χωρίς νερό μέσα. Χωρίς καζανάκι. Μόνο μια τρύπα, ένας κουβάς με στάχτη δίπλα, και μια πόρτα από σανίδι που δεν έκλεινε καλά.
Κάθε πρωί στις 6, πριν λαλήσει ο πρώτος πετεινός από το απέναντι κοτέτσι, άρχιζε το μαρτύριο. Ουρά. Μακριά ουρά που στριφογύριζε σαν φίδι στην αυλή.
Οι άντρες στέκονταν μουτρωμένοι με τις σκελέες τους, χτυπώντας νευρικά το πόδι κάτω. Κάπνιζαν το πρώτο τσιγάρο της μέρας και μετρούσαν πόσοι ήταν μπροστά. «Άντε ρε Κώστα, θα ριζώσουμε εδώ», φώναζε ο μπαρμπα-Γιάννης ο μανάβης.
Οι γυναίκες με τα κομπινεζόν και τις ρόμπες, τυλιγμένες στα τσεμπέρια τους, ψιθύριζαν τα νέα της γειτονιάς για να περάσει η ώρα. «Άκουσες; Η κόρη του κυρ-Μήτσου αρραβωνιάστηκε». «Σώπα, πότε;» και το μάτι καρφωμένο στην πόρτα του καμπινέ.
Τα παιδιά κλωτσούσαμε μια μπάλα από κουρέλια και γελούσαμε. Δεν καταλαβαίναμε το δράμα. Για μας ήταν παιχνίδι το πρωινό σούσουρο.
Το πρόβλημα ήταν για όσους δεν προλάβαιναν. Όταν η ουρά ήταν μεγάλη και η ανάγκη πιεστική, έβλεπες ξαφνικά κάποιον να πετάγεται από τη σειρά με πανικόβλητο βλέμμα. Άφηνε πίσω σκελέες, κομπινεζόν, αξιοπρέπεια.
«Πού πας ρε;»
«Στον Ιλισό ρε, δεν βαστάω άλλο!»
Έτρεχε ξυπόλητος προς το ρέμα του Ιλισού, που τότε δεν ήταν σκεπασμένο. Εκεί, πίσω από τις πικροδάφνες, γινόταν το δεύτερο, το ανεπίσημο «αποχωρητήριο» της γειτονιάς. Ντροπή μεγάλη, αλλά η ανάγκη δεν είχε ντροπή.
Η μάνα μου είχε πάντα έναν κουβά έτοιμο κάτω από το κρεβάτι για τη νύχτα. «Μη βγεις έξω μες στο σκοτάδι, έχει ποντίκια», μου έλεγε. Το πρωί τον αδειάζαμε στον καμπινέ, αν προλαβαίναμε πριν πιάσει η ουρά.
Τώρα, 70 χρόνια μετά, κάθομαι στο μπαλκόνι μου στην Καλλιθέα με το καφεδάκι μου. Έχω δύο μπάνια στο σπίτι. Με πλακάκια, με ζεστό νερό, με αρωματικά σαπούνια και όταν θυμάμαι εκείνη την ουρά με τις σκελέες και τα κομπινεζόν, με τους άντρες να βρίζουν και τις γυναίκες να κουτσομπολεύουν, με τις κούρσες πανικού προς τον Ιλισό… βάζω τα γέλια. Γελάω με την ψυχή μου.
Αλλά τότε, παιδί μου, τότε ήταν δράμα. Δράμα καθημερινό. Αξιοπρέπεια σε δόσεις και μια αυλή ολόκληρη να μοιράζεται τον ίδιο καημό, κάθε πρωί στις 6.
Γιατί ο καμπινές δεν ήταν απλά ένα μέρος. Ήταν το ρολόι της γειτονιάς. Εκεί γνωριζόμασταν, εκεί μαλώναμε, εκεί μαθαίναμε τα νέα 50 άτομα, μια πόρτα, και μια ζωή που την ζούσαμε όλοι μαζί, θέλαμε δεν θέλαμε.
(fb) mixanitouxronou / Ομφαλός της γης / Άννα Δανάλη
