22-08-2026, Ω/22:00′
Διδάκτορες για 13ο και 14ο μισθό: «Η δικαστική κρίση δεν καταργεί την πολιτική ευθύνη»
«Η απόφαση του ΣτΕ δεν κλείνει το ζήτημα» λέει ο ΠΑΣΥΔ και ζητά πολιτική παρέμβαση για την επαναφορά των δώρων
Ανοιχτή επιστολή προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τα πολιτικά κόμματα για την επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους απευθύνει ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διδακτόρων Δημοσίου (ΠΑΣΥΔ), με αφορμή την απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ).
Ο ΠΑΣΥΔ, σχολιάζοντας τη δικαστική απόφαση για τον 13ο και 14ο μισθό στο Δημόσιο, υποστηρίζει ότι η κρίση του ΣτΕ δεν κλείνει τη συζήτηση σε πολιτικό επίπεδο, καθώς, όπως επισημαίνει, άλλο είναι το ζήτημα της συνταγματικής υποχρέωσης του νομοθέτη και άλλο η πολιτική επιλογή για την αποκατάσταση μιας μισθολογικής απώλειας που επιβλήθηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Στην ανοιχτή επιστολή του, ο Σύλλογος αναφέρεται στις συνθήκες διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων, στην αύξηση του κόστους στέγασης και των βασικών αγαθών, αλλά και στις μισθολογικές απώλειες που, σύμφωνα με τον ίδιο, παραμένουν από την περίοδο των μνημονίων.
Παράλληλα, ο ΠΑΣΥΔ θέτει στο επίκεντρο τη μισθολογική αναγνώριση των υψηλών ακαδημαϊκών προσόντων, συνδέοντας το ζήτημα με την προσπάθεια προσέλκυσης και επιστροφής Ελλήνων επιστημόνων από το εξωτερικό.
Ο Σύλλογος καλεί τον Πρωθυπουργό, τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και τα πολιτικά κόμματα να ανοίξουν θεσμικό διάλογο για την αποκατάσταση των μισθολογικών απωλειών, ζητώντας μεταξύ άλλων την επανεξέταση της επαναφοράς των επιδομάτων εορτών και αδείας και της μισθολογικής εξέλιξης της διετίας 2016-2017.
Η ανοιχτή επιστολή του ΠΑΣΥΔ
Αρ. πρωτ. 59/2026 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ – ΠΑΣΥΔ
«Η δικαστική κρίση δεν καταργεί την πολιτική ευθύνη – Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν μπορούν να αποτελούν μονίμως τη μεταβλητή της δημοσιονομικής προσαρμογής
Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,
Αξιότιμοι κύριοι Υπουργοί,
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διδακτόρων Δημοσίου (ΠΑΣΥΔ), με αφορμή την υπ’ αριθ. 1201/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους δεν παραβιάζει το Σύνταγμα, ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αισθάνεται την υποχρέωση να τοποθετηθεί δημόσια για ένα ζήτημα που υπερβαίνει πλέον τη συγκεκριμένη δικαστική υπόθεση και αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία αντιμετωπίζει διαχρονικά τους εργαζόμενούς της. Ο Σύλλογός μας είχε ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2024 στηρίξει δημόσια το αίτημα για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, επισημαίνοντας ότι η κατάργησή τους πραγματοποιήθηκε με τον ν. 4093/2012 στο πλαίσιο μιας εξαιρετικά δύσκολης δημοσιονομικής συγκυρίας και αποτελούσε μέρος των έκτακτων μέτρων της οικονομικής κρίσης. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, όμως και ενώ η χώρα έχει εξέλθει από τα μνημόνια, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και η Κυβέρνηση επικαλείται συστηματικά την ανάπτυξη και τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, οι δημόσιοι υπάλληλοι εξακολουθούν να υφίστανται μία από τις σημαντικότερες μισθολογικές περικοπές εκείνης της περιόδου, σαν να μην άλλαξε τίποτε από το 2012 μέχρι σήμερα.
Ο ΠΑΣΥΔ σέβεται απολύτως τον συνταγματικό ρόλο και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και δεν αμφισβητεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου που ασκεί, δύναται να συνεκτιμά λόγους δημοσίου συμφέροντος και δεδομένα που σχετίζονται με τη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μια δικαστική κρίση δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο θεσμικού και κοινωνικού προβληματισμού ως προς τις συνέπειές της, ιδίως όταν στο σκεπτικό της συγκεκριμένης απόφασης συνεκτιμώνται η δημοσιονομική πορεία της χώρας, οι δεσμεύσεις του ευρωπαϊκού πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης, το ύψος της πάγιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης από την επαναφορά των δώρων και το γεγονός ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν προέκυψε πως η μη καταβολή τους θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων. Η τελευταία αυτή παραδοχή προκαλεί εύλογα ιδιαίτερο προβληματισμό, καθώς η έννοια της αξιοπρεπούς διαβίωσης σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα δεν εξαντλείται στην απόσταση από ένα στατιστικό όριο φτώχειας, αλλά συνδέεται αναπόφευκτα με τις πραγματικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες υπό τις οποίες ζουν οι εργαζόμενοι.
Η πραγματικότητα που βιώνουν σήμερα χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι απέχει σημαντικά από μια θεωρητική συζήτηση περί «αξιοπρεπούς διαβίωσης». Τα ενοίκια έχουν εξελιχθεί σε δυσβάστακτη δαπάνη για μεγάλο μέρος των εργαζομένων, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, στα νησιά και στις τουριστικές περιοχές, το κόστος των τροφίμων, της ενέργειας και των βασικών υπηρεσιών επιβαρύνει καθημερινά τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ενώ ένας νεοδιοριζόμενος εκπαιδευτικός, ένας υγειονομικός, ένας επιστήμονας, ένας ένστολος ή οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος υπάλληλος που καλείται να υπηρετήσει μακριά από τον τόπο κατοικίας του μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με την παράλογη πραγματικότητα να αναζητεί κατοικία με κόστος δυσανάλογο προς τον μισθό που του καταβάλλει το ίδιο το κράτος. Όταν ένα σημαντικό μέρος των μηνιαίων αποδοχών κατευθύνεται αποκλειστικά στην εξασφάλιση στέγης και το υπόλοιπο εισόδημα πρέπει να καλύψει διατροφή, ενέργεια, μετακινήσεις και οικογενειακές υποχρεώσεις, η ουσιαστική αποτίμηση της οικονομικής κατάστασης του εργαζομένου οφείλει να υπερβαίνει τη στενή αναφορά σε ένα στατιστικό όριο φτώχειας και να λαμβάνει υπόψη την πραγματική αγοραστική δύναμη του μισθού του, καθώς και το επίπεδο διαβίωσης που αυτός μπορεί πράγματι να εξασφαλίσει.
Εξίσου σημαντικό είναι να καταστεί απολύτως σαφές ότι η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν έκρινε ότι απαγορεύεται η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, αλλά ότι η μη επαναφορά τους από τον νομοθέτη δεν συνιστά, υπό τα δεδομένα που εξετάστηκαν, παραβίαση του Συντάγματος ή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, η συγκεκριμένη δικαστική διεκδίκηση κρίθηκε αρνητικά, αλλά η δυνατότητα της Πολιτείας να προχωρήσει νομοθετικά στην επαναφορά των επιδομάτων παραμένει και μαζί με αυτήν, παραμένει ακέραιη η πολιτική ευθύνη της Κυβέρνησης και του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Για τον λόγο αυτό, θεωρούμε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να παρουσιαστεί η απόφαση 1201/2026 ως δήθεν οριστικό τέλος της δημόσιας συζήτησης για τον 13ο και 14ο μισθό θα ήταν πολιτικά παραπλανητική, διότι άλλο είναι το ερώτημα εάν ο νομοθέτης υποχρεούται συνταγματικά να επαναφέρει μια παροχή και εντελώς διαφορετικό το ερώτημα εάν έχει σήμερα την πολιτική βούληση να αποκαταστήσει μια μισθολογική απώλεια που επιβλήθηκε σε έκτακτες συνθήκες πριν από δεκατέσσερα χρόνια.
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό δημιουργεί το γεγονός ότι η δημοσιονομική επιβάρυνση εξακολουθεί να αποτελεί τόσο ισχυρό επιχείρημα όταν τίθεται ζήτημα αποκατάστασης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων. Οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο υπέστησαν σημαντικές απώλειες κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, έχασαν τα επιδόματα εορτών και αδείας, είδαν τη μισθολογική τους εξέλιξη να αναστέλλεται κατά τη διετία 2016-2017 και βίωσαν επί σειρά ετών τη συμπίεση των πραγματικών τους αποδοχών. Τα μέτρα αυτά αιτιολογήθηκαν τότε από μια πρωτοφανή δημοσιονομική ανάγκη και έγιναν αποδεκτά ως μέρος μιας εξαιρετικά επώδυνης εθνικής προσπάθειας. Δεν είναι, όμως, δυνατόν τα έκτακτα μέτρα μιας έκτακτης περιόδου να μετατρέπονται χωρίς τέλος σε κανονικότητα και κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα της αποκατάστασής τους, οι ίδιοι εργαζόμενοι να εμφανίζονται εκ νέου ως κίνδυνος για τη δημοσιονομική σταθερότητα. Εάν η οικονομική κρίση έχει τελειώσει, τότε η Πολιτεία οφείλει να επανεξετάσει σοβαρά τα μέτρα που επιβλήθηκαν εξαιτίας της και, εάν αντιθέτως θεωρεί ότι δεκατέσσερα χρόνια μετά εξακολουθεί να μην υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για την αποκατάστασή τους, τότε οφείλει να εξηγήσει με ειλικρίνεια στους εργαζομένους ποιο ακριβώς είναι το πραγματικό περιεχόμενο της οικονομικής κανονικότητας και της ανάπτυξης που επικαλείται.
Στο πλαίσιο αυτό ανακύπτει ένα ακόμη εύλογο ερώτημα προς την πολιτική ηγεσία της χώρας ως προς τον τρόπο με τον οποίο ιεραρχούνται τελικά οι μισθολογικές επιλογές της Πολιτείας και κατανέμεται ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος. Η Πολιτεία αναγνωρίζει, ορθώς, μέσω διαφοροποιημένων αποδοχών την αυξημένη ευθύνη και τις απαιτήσεις που συνοδεύουν την άσκηση κυβερνητικών και άλλων υψηλών δημόσιων καθηκόντων, ενώ πολύ πρόσφατα ο ίδιος ο νομοθέτης, με τον ν. 5313/2026, προχώρησε σε αναμόρφωση του μισθολογικού καθεστώτος της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Η αναφορά μας στη συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση κριτική προς τους Αρχιερείς, καθώς ο ΠΑΣΥΔ θεωρεί θεμιτή τη μισθολογική αναγνώριση της ευθύνης και της προσφοράς κάθε κατηγορίας λειτουργών. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι για τη συγκεκριμένη ρύθμιση διατυπώθηκε δημόσια αντίθεση ακόμη και στο εσωτερικό της ίδιας της Ιεραρχίας, με χαρακτηριστική την παρέμβαση του Μητροπολίτη Παροναξίας κ. Καλλινίκου, ο οποίος ζήτησε την απόσυρση της σχετικής διάταξης, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι μεγάλο μέρος του λαού και πρωτίστως ο Ιερός Κλήρος καλούνται να επιβιώνουν με πολύ χαμηλότερους μισθούς και να συντηρούν τις οικογένειές τους. Το ζήτημα που θέτουμε, επομένως, αφορά αποκλειστικά τις επιλογές της Πολιτείας και γεννά ένα εύλογο ερώτημα: εφόσον η ευθύνη, οι απαιτήσεις μιας θέσης και η προσφορά αποτελούν θεμιτούς λόγους μισθολογικής αναγνώρισης και εφόσον ο νομοθέτης αποδεικνύει στην πράξη ότι διαθέτει τη θεσμική δυνατότητα να αναμορφώνει μισθολογικά καθεστώτα, με ποια αντικειμενικά και συνεπή κριτήρια η ίδια δυνατότητα εμφανίζεται διαρκώς περιορισμένη όταν η συζήτηση αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι εξακολουθούν να υφίστανται μισθολογικές απώλειες που ανάγονται στα χρόνια της οικονομικής κρίσης; Η δημοσιονομική ευστάθεια αποτελεί κοινό δημόσιο συμφέρον και η αξιοποίηση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου αποτελεί πολιτική επιλογή, ως εκ τούτου, η κατανομή του οφείλει να εδράζεται σε συνεπή, διαφανή και κοινωνικά δίκαια κριτήρια και να μην δημιουργεί την εντύπωση ότι για ορισμένες κατηγορίες υπάρχει δυνατότητα ουσιαστικής μισθολογικής παρέμβασης, ενώ για τους δημοσίους υπαλλήλους εξακολουθεί να ζητείται, δεκατέσσερα χρόνια μετά την κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, δημοσιονομική υπομονή.
Ιδιαίτερη αναφορά οφείλουμε να κάνουμε και στην κρίση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τελούν υπό ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες παροχής υπηρεσιών με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα και ότι κατά συνέπεια, η διαφορετική μεταχείρισή τους ως προς τα επίμαχα επιδόματα δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, θέση επί της οποίας, μάλιστα, διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών της Ολομέλειας. Χωρίς να αμφισβητούμε τη δικαστική κρίση, οφείλουμε να θέσουμε στην πολιτική ηγεσία ένα διαφορετικό και απολύτως θεμιτό ερώτημα: για ποιον λόγο η διαφορετικότητα του υπηρεσιακού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να καταλήγει διαχρονικά σε δυσμενέστερη οικονομική μεταχείριση; Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα ορθώς λαμβάνουν τα επιδόματα εορτών και αδείας και ο ΠΑΣΥΔ σε καμία περίπτωση δεν ζητεί εξίσωση προς τα κάτω, ζητεί όμως από την Πολιτεία να εξηγήσει γιατί θεωρεί φυσιολογικό ένας εργαζόμενος του Δημοσίου να εξακολουθεί να αμείβεται με δώδεκα μισθούς, όταν το ίδιο κράτος αναγνωρίζει στον ιδιωτικό τομέα ένα διαφορετικό ετήσιο πλαίσιο αποδοχών.
Για τους διδάκτορες και τις διδάκτόρισσες που υπηρετούν στη Δημόσια Διοίκηση η κατάσταση αυτή εντάσσεται σε ένα ακόμη ευρύτερο πρόβλημα, το οποίο ο ΠΑΣΥΔ αναδεικνύει συστηματικά τα τελευταία χρόνια. Η Πολιτεία ζητά από το ανθρώπινο δυναμικό της υψηλή επιστημονική κατάρτιση, εξειδίκευση, διαρκή επιμόρφωση, αποτελεσματικότητα, αξιολόγηση, ψηφιακές δεξιότητες και αυξημένη ευθύνη, ενώ ταυτόχρονα η σχέση μεταξύ προσόντων, ευθύνης και αποδοχών παραμένει εξαιρετικά προβληματική. Έχουμε επανειλημμένα αναδείξει τη μισθολογική υποτίμηση των κατόχων υψηλών ακαδημαϊκών προσόντων, τη μειωμένη αναγνώριση του διδακτορικού τίτλου σε κρίσιμες διαδικασίες επιλογής στελεχών, τις στρεβλώσεις ως προς την αναγνώριση της συνάφειας, τους περιορισμούς στην αξιοποίηση των διδακτόρων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και την αδυναμία της Δημόσιας Διοίκησης να αξιοποιήσει ουσιαστικά ένα επιστημονικό δυναμικό για την εκπαίδευση του οποίου έχει επενδύσει επί δεκαετίες η ίδια η χώρα.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν η Κυβέρνηση θέτει ως εθνικό στόχο το brain regain και καλεί Έλληνες επιστήμονες που εργάζονται στο εξωτερικό να επιστρέψουν τη χώρα. Η επιστροφή επιστημόνων δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με φορολογικά κίνητρα και επικοινωνιακές καμπάνιες, όταν ένας νέος επιστήμονας με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, ερευνητική εμπειρία και υψηλή εξειδίκευση γνωρίζει ότι, εάν επιλέξει να υπηρετήσει το ελληνικό Δημόσιο, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με αποδοχές που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο πραγματικό κόστος ζωής και στέγασης και με ένα θεσμικό περιβάλλον που δεν αξιοποιεί πάντοτε τα προσόντα του. Δεν μπορεί η Πολιτεία να καλεί τους επιστήμονες του εξωτερικού να επιστρέψουν και ταυτόχρονα να στέλνει σε εκείνους που ήδη βρίσκονται εδώ το μήνυμα ότι η επιστημονική τους εξειδίκευση έχει περιορισμένη μισθολογική και διοικητική αξία.
Για όλους αυτούς τους λόγους, καλούμε τον Πρωθυπουργό, τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και το σύνολο των πολιτικών κομμάτων να μην αντιμετωπίσουν την απόφαση 1201/2026 ως άλλοθι για την οριστική εγκατάλειψη του ζητήματος, αλλά ως το σημείο από το οποίο η ευθύνη επιστρέφει πλέον καθαρά στην πολιτική εξουσία. Ζητούμε την έναρξη ουσιαστικού θεσμικού διαλόγου για τη συνολική αποκατάσταση των μισθολογικών απωλειών των εργαζομένων στο Δημόσιο, με πραγματική εξέταση της επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού, την αποκατάσταση της μισθολογικής εξέλιξης της διετίας 2016-2017 και τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου μισθολογικού πλαισίου που θα λαμβάνει υπόψη την εκπαίδευση, την επιστημονική εξειδίκευση, την ευθύνη και το πραγματικό κόστος ζωής. Παράλληλα, καλούμε τα πολιτικά κόμματα να τοποθετηθούν συγκεκριμένα και δημόσια για το εάν υποστηρίζουν την επαναφορά των επιδομάτων και εφόσον την υποστηρίζουν, με ποιο συγκεκριμένο σχέδιο και χρονοδιάγραμμα προτίθενται να την υλοποιήσουν.
Η ουσιαστική αποκατάσταση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί ζήτημα δικαιοσύνης και θεσμικής συνέπειας απέναντι σε εργαζομένους που επωμίστηκαν επί σειρά ετών σημαντικό μέρος του κόστους της δημοσιονομικής προσαρμογής και εξακολουθούν, ακόμη και σήμερα, να αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως δημοσιονομικό κόστος, αντί ως ανθρώπινο δυναμικό στο οποίο οφείλει να επενδύει ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό κράτος. Είναι οι άνθρωποι που στελεχώνουν τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα υπουργεία, τις ανεξάρτητες αρχές, τις ερευνητικές δομές, τα Σώματα Ασφαλείας και το σύνολο των υπηρεσιών που επιτρέπουν στο κράτος να λειτουργεί καθημερινά και από τους οποίους η Πολιτεία απαιτεί δικαιολογημένα αποτελεσματικότητα, συνέπεια, ακεραιότητα και υψηλό επίπεδο υπηρεσιών. Δεν μπορεί, όμως, να απαιτεί ένα Δημόσιο υψηλών απαιτήσεων και ταυτόχρονα να θεωρεί περίπου φυσιολογικό οι άνθρωποί του να μετρούν εάν ο μισθός επαρκεί για το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, την ενέργεια και τις στοιχειώδεις ανάγκες μιας οικογένειας.
Η δημοσιονομική ευστάθεια αποτελεί αναμφίβολα δημόσιο αγαθό και απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της χώρας, δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε διαρκή λιτότητα για τους ίδιους εργαζομένους, ούτε η ανάπτυξη μπορεί να περιορίζεται σε μακροοικονομικούς δείκτες χωρίς ουσιαστική αντανάκλαση στο διαθέσιμο εισόδημα και στην καθημερινότητα των πολιτών. Η συγκεκριμένη δικαστική διεκδίκηση κρίθηκε. Το κοινωνικό, μισθολογικό και πολιτικό ζήτημα, όμως, παραμένει απολύτως ανοικτό και η ευθύνη για την απάντησή του ανήκει πλέον στην Πολιτεία.
Με σεβασμό και εκτίμηση,
Το Δ.Σ. του Σωματείου ΠΑΣΥΔ
Ο Πρόεδρος : Δρ. Ιωάννης Χ. Λαμπρόπουλος
H Αντιπρόεδρος : Δρ. Ευγενία Παγάνη
Η Γραμματέας : Δρ. Μαρία Κολτσίδα
O Ταμίας : Δρ. Νικόλαος Βουδρισλής
Το μέλος : Δρ. Αλέξανδρος Ζ. Σπυρόπουλος»
alfavita.gr / Μιχάλης Τσιλιβάκος
