ΔΗΜΩΝΑΞ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

04-07-2026, Ω/ 17:00΄

Ο Δημώναξ ήταν αρχαίος Έλληνας κυνικός φιλόσοφος που γεννήθηκε στην Κύπρο και ήκμασε τον 2ο αιώνα (μ.Χ.). Αν και ανήκε σε διαπρεπή και πλούσια οικογένεια, προτίμησε να ζει ως κυνικός και ασκητής. Διδάσκαλοί του ήταν ο Επίκτητος, ο Τιμοκράτης, ο Αγαθόβουλος και ο Δημήτριος. Κατά τη διδασκαλία αυτού τα μόνα αγαθά της ζωής είναι η αυτάρκεια, η απαλλαγή από του φόβου και της ελπίδας, καθώς και η γαλήνη της ψυχής. Θεωρείται ανώτερος από τους άλλους Κυνικούς φιλοσόφους ως προς την παιδεία και τη μόρφωσή του αποφεύγοντας τις έκτροπες και ανοίκειες εκείνες πράξεις που χαρακτήριζαν γενικά τους Κυνικούς.   Αν και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, ωστόσο περιφρόνησε τα πλούτη και γενικά τα ανθρώπινα αγαθά και αποφάσισε να ζήσει απλή και λιτή ζωή, αφιερωμένος στη φιλοσοφία.

Θαύμαζε ιδιαίτερα τους φιλοσόφους Σωκράτη, Αρίστιππο και Διογένη. Ακόμη, δεν αρκέστηκε σε θεωρητικές αναζητήσεις αλλά έθεσε σε πράξη το φιλοσοφικό του πιστεύω με το να βοηθά τους φίλους και τους συμπολίτες του, γιατί πίστευε πως η φιλία είναι το πολυτιμότερο αγαθό για τους ανθρώπους. Με τον τρόπο αυτό κέρδισε την αγάπη και την εκτίμηση τόσο των αρχόντων όσο και του λαού των Αθηνών. Για τη στάση της ζωής και τον χαρακτήρα του οι Αθηναίοι τον θαύμαζαν υπερβολικά σαν κάποιον ανώτερο άνθρωπο. Πολλοί επιζητούσαν τη συντροφιά του και η συναναστροφή μαζί του τους έκανε ευτυχέστερους.  Αν και, όπως συνέβη και με τον Σωκράτη, βρέθηκαν κατήγοροι που συνασπίστηκαν εναντίον του, κατηγορώντας τον για αθεΐα, επειδή δεν έπαιρνε μέρος στις θρησκευτικές τελετές. Στην απολογία του ο Δημώναξ μίλησε με περίσσιο θάρρος υποστηρίζοντας ότι οι θεοί δεν έχουν ανάγκη τις θυσίες του. Με τον μειλίχιο λόγο του έπεισε τους Αθηναίους, που κρατούσαν ακόμη πέτρες στα χέρια τους, να ηρεμήσουν.  Έτσι, άρχισαν να τον τιμούν και να τον σέβονται.

Ο Δημώναξ ως προσωπικότητα δεν ήταν σοβαροφανής, αντιθέτως τον διέκρινε ιλαρότητα. Ήταν μακρόθυμος, ποτέ δεν παθιαζόταν ούτε επέκρινε κάποιον για τα λάθη του (παρομοιάζοντας τον εαυτό του με τον γιατρό που θεραπεύει τις ασθένειες, αλλά δεν θυμώνει με τον ασθενή), θεωρώντας τα λάθη ανθρώπινα. Του είχαν μεγάλη αγάπη και σεβασμό, όχι μόνο στη Αθήνα αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα, σε σημείο που στον δρόμο τα παιδιά του πρόσφεραν φρούτα και τον φώναζαν «πατέρα», ενώ μια φορά που υπήρχε μια διένεξη στην Εκκλησία του Δήμου, μόλις μπήκε μέσα όλοι σώπασαν μόνο με την παρουσία του. Έζησε, αναφέρει ο Λουκιανός, σχεδόν εκατό χρόνια, χωρίς ποτέ ν’ αρρωστήσει, χωρίς ποτέ να λυπηθεί, χωρίς να ενοχλήσει ποτέ κανένα ζητώντας του κάτι, χωρίς εχθρούς και πάντοτε χρήσιμος σε όλους, φίλος με όλους. Όταν σε βαθιά γεράματα είδε ότι δεν μπορούσε πια να φροντίζει μόνος τον εαυτό του, απάγγειλε στους γύρω του την έμμετρη κήρυξη της λήξης των αγώνων:

Τελειώνει ο αγώνας των καλλίστων

αθλημάτων χορηγός και ο καιρός καλεί,

καμιά καθυστέρηση πια…

Όταν, λίγο πριν πεθάνει, τον ρώτησαν πώς θα’ θελε την ταφή του, απάντησε ότι δεν σκοτιζόταν γιατί θα τον έθαβε η κακοσμία. Κι όταν τον ξαναρώτησαν αν ήταν σωστό το σώμα του να σπαραχθεί από τα όρνια και τα σκυλιά, απάντησε ότι τούτο δεν ήταν παράλογο γιατί θα φαινόταν έτσι χρήσιμος σε μερικά ζώα. Ωστόσο όταν πέθανε, οι Αθηναίοι τον έθαψαν με δημόσια δαπάνη και τιμές. Την κηδεία του παρακολούθησε όλος ο λαός των Αθηνών και στον τάφο τον μετέφεραν στους ώμους τους οι φιλόσοφοι της πόλης.

Φίλες και φίλοι, για τον Δημώνακτα ο ορισμός της ευτυχίας ήταν η ελευθερία. «Ο αληθινά ευτυχισμένος είναι ο ελεύθερος. Μιλώ για εκείνον που μήτε ελπίζει μήτε φοβάται τίποτα».

Όσα αφορούν τον άνθρωπο δεν αξίζουν ούτε την ελπίδα ούτε τον φόβο μας, πίστευε. «Ευχάριστα και δυσάρεστα έχουν οπωσδήποτε ένα τέλος».Ο Καζαντζάκης, λάτρης των αρχαίων και των Ελλήνων φιλοσόφων, εμπνεύστηκε από την απόλυτη ελευθερία του φιλόσοφου και γράφει στην ασκητική του το 1922: «Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν΄ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»

Ξέρω τώρα. Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.»  Μικρή σημασία έχει το ότι ο Καζαντζάκης δεν αναφέρει τον Κύπριο φιλόσοφο. Άλλωστε ούτε ο Δημώναξ θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ίσως ο Καζαντζάκης σεβόμενος την κυνική ζωή του Δημώνακτος, να τον απάλλαξε από μεταθανάτια φήμη. Ακόμα και οι Αστρονόμοι ονόμασαν έναν κρατήρα στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης «Δημώναξ», προς τιμήν του.

Ο Δημώναξ έζησε όπως δίδαξε, λιτά, έξω από κοινωνικές συμβάσεις. Όχι γιατί γεννήθηκε φτωχός, αλλά γιατί επέλεξε να ζήσει σύμφωνα με όσα θεωρούσε σημαντικά και σύμφωνα με τις αρχές του. Και ασήμαντα για το φιλόσοφο ήταν τα πρόσκαιρα αγαθά που εκτιμούσαν τόσο κάποιοι συμπολίτες του.

Γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, επισήμανε πως η «θεραπεία των παραπτωμάτων γίνεται με την εύρεση των αιτίων που τα προκαλούν και με τη συγχώρεσή τους». Κι όσο για τους νόμους υποστήριζε πως «οι νόμοι είναι αχρείαστοι και για τους καλούς και για τους κακούς».

Σας ευχόμαστε ένα όμορφο βράδυ και μια θαυμαστή εβδομάδα

ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΗΓΕΣ: Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, logosgrafis.gr (Έλσα Νικολαϊδου).

Related Articles

Stay Connected

567ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ