Πανελλήνια Ένωση Αποστράτων Πυροσβεστικού Σώματος

Π.Ε.Α.Π.Σ.

Μία φιλόξενη κυψέλη για όλους τους συνταξιούχους του Πυροσβεστικού Σώματος και τις οικογένειές τους.

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ Κ. ΒΕΛΟΥΤΣΟΥ

07-05-2022, Ω/10:40′

8 ΜΑΗ 2022: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ
H Παγκόσμια Ημέρα της Μητέρας είναι μέρα εορτασμού της μητρότητας και των ευχαριστιών προς τη μητέρα, μια γιορτή με αρχαιοελληνικές αναφορές στην λατρεία της θεάς Κυβέλης, της μητέρας των θεών, όπως την προσφωνεί ο Πίνδαρος («Κυβέλα, Μάτερ θεών»).

Η Π.Ε.Α.Π.Σ. για να τιμήσει την ηρωΐδα της ζωής και της δημιουργίας, δημοσιεύει το συγκινητικό διήγημα του μέλους μας, Κώστα Βελούτσου!

ΣΤΗ ΜΑΝΑ
Του Κώστα Βελούτσου*
Ποτέ δεν μ’ άφησε να δω το πρόσωπό του. Το σκέπαζε μ’ ένα λευκό ύφασμα αρκετά μεγάλο που έφτανε μέχρι το στήθος του. Μου επέτρεπε όμως να είμαι κοντά του και να τον ακούω. Και το έκανα πιστά. Συχνά αναρωτιόμουν, κι ένα ειρωνικό χαμόγελο διαγράφονταν στα χείλη μου, αν ήταν ο Θεός ή αν ήταν ο διάβολος. Ίσως να ήταν ένας αγύρτης ή πάλι να ήταν ένας σοφός. Να ήταν ένας μοναχός Σαολίν απ’ αυτούς που έχουν περάσει σ’ ένα άλλο επίπεδο πολύ πάνω από το ανθρώπινο; Ίσως. Ή θα μπορούσε να ήταν ένας μάγος. Δεν μ’ ένοιαζε ό, τι και να ήταν. Σημασία είχε ότι είχα δοθεί ψυχή και σώμα στα δικά του λόγια.Τον πίστεψα.
«Υπό έναν όρο». Έτσι μου έλεγε, τις τελευταίες ημέρες που τον επισκεπτόμουν, σε αυστηρό ύφος. Περίεργο. Μου φαινόταν περίεργο μετά από τόσες κουβέντες που ανταλλάξαμε οι δυο μας, αλλά το μυαλό μου ήταν προσηλωμένο στον δικό μου στόχο. «Υπό έναν όρο». Τελικά οι όροι του ήταν περισσότεροι από έναν. Κάθε μέρα κι ένας ακόμα. Τους δέχτηκα όλους αφού δεν είχα άλλη επιλογή. Θα έχανα πολλά. Το ήξερα. Θα έχανα ό, τι είχα από τον εαυτό μου, θα πουλούσα την ψυχή μου σ’ αυτόν αλλά δεν με ένοιαζε. Θα γινόμουν ένας άλλος Φάουστ, ένας άλλος Ντόριαν, ένα ακόμα πειθήνιο όργανό του. Άλλωστε αυτή ήταν η συμφωνία μας. Και ως αντάλλαγμα αυτός θα με οδηγούσε στη μάνα μου. Αυτό μου αρκούσε. Θα μιλούσα μαζί της, θα μπορούσα να την αγγίξω ξανά, θα μπορούσε να με κρατήσει από το χέρι, θα μπορούσα να την σφίξω ξανά στην αγκαλιά μου. Θα της έλεγα ότι την αγαπώ και θα με άκουγε. Θα άκουγα τη φωνή της. Και το κυριότερο θα ήμουν μαζί της ως την αιωνιότητα.
Σταδιακά έπαψα να τον φοβάμαι. Ο φόβος έγινε πια λαχτάρα και ένα ανυπέρβλητο πάθος για εκείνη. Κι ήταν το ίδιο πάθος που ένοιωθα από παιδί να τρέξω κοντά της, να την χαϊδέψω, να της πω ότι την αγαπώ τόσο πολύ. Κι αυτή θα με φιλούσε, θα μου χαμογελούσε, θα με φώναζε «γιε μου» και όλα μέσα μου θα γαλήνευαν. Όπως τότε.
Ήταν Μάης. Ένας γλυκός άνεμος ανακατεμένος με τις μυρωδιές εκείνης της άνοιξης μπαινόβγαινε στα ρουθούνια μου. Είχε ξημερώσει η Κυριακή, η γιορτή της μητέρας όταν έφτασα στο σπίτι του. Επιβλητικό. Ένας πύργος από τους πιο παλιούς που υπήρχαν στην πόλη. Κρατούσα τριαντάφυλλα πολλά τριαντάφυλλα, τα πιο αρωματικά για να τα προσφέρω στη μάνα μου σήμερα που θα τη συναντούσα. Μου έπιασε το χέρι και με οδήγησε σ’ έναν χώρο στο υπόγειο του σπιτιού που όπως μου έλεγε στις κουβέντες που κάναμε εκεί σταματούσε η ζωή και ξεκινούσε κάτι καινούριο. Δεν τον ρώτησα κάτι παραπάνω να μου εξηγήσει, δεν μ’ ένοιαζε το άγνωστο. Έτρεμα από το κρύο και από την αγωνία και ήταν αυτή η παγερή μυρωδιά μιας πρωτόγνωρης υγρασίας που ένοιωθα να μου τρυπά τα σωθικά. Όσο πλησίαζε η στιγμή που θα συναντούσα τη μάνα μου το κλάμα μου γίνονταν ολοένα και πιο γοερό. Απότομα με τράβηξε κοντά του και μ’ έσπρωξε για να σταματήσω μπροστά σε μια καταπακτή. Άνοιξε την ξύλινη πόρτα και μ’ ένα νεύμα του μου υπέδειξε να κατέβω τα σκαλοπάτια. Το έκανα. Στάθηκα στο πρώτο σκαλοπάτι, στο δεύτερο, στο τρίτο. Από κάπου πολύ χαμηλά άκουγα ήχους. Θέλω να τους φτάσω. Στ’ αυτιά μου έφταναν κάποιοι ακαθόριστοι ήχοι που έμοιαζαν σαν μελωδίες που τα ερμήνευαν ψιθυριστά γυναικείες φωνές. Παλιά τραγούδια που της άρεσαν. Ανατολίτικα. Βαριά ρεμπέτικα τραγούδια. Όσο κατέβαινα τα σκαλοπάτια μια όμορφη και πρωτόγνωρη οσμή γίνεται όλο και πιο έντονη. Το σώμα μου, το μυαλό μου ένοιωθα για εκείνη την στιγμή να γαληνεύουν. Δεν κρυώνω, δεν φοβάμαι. Πλησιάζω. Τώρα πια δεν είναι σκοτεινά. Είμαι σ’ έναν άλλο κόσμο πολύ μακρινό από αυτόν της ζωής που ξέρω. Βλέπω χρώματα, πολλά χρώματα σαν κι αυτά που έχουν τα τριαντάφυλλα που κρατώ, και οι εικόνες στο βάθος γίνονται όλο και πιο ζωηρές όσο πλησιάζω. Βαδίζω αργά πάνω στο χώμα. Κοιτώ πίσω μου και παρατηρώ ότι τα πέλματά μου παραδόξως δεν αφήνουν ίχνη. Όλα πια είναι τόσο φωτεινά και όμορφα. Από δίπλα μου περνάνε όλες οι στιγμές που έζησα μαζί της. Σαν να είμαι θεατής στο θέατρο της ζωής μου. Τις παρακολουθώ όλες από την πρώτη στιγμή. Είμαι εγώ κα η μάνα μου σε όλες τις σκηνές. Τις βλέπω καθαρά, τις θυμάμαι όλες. Με κάποιες γελάω, γελάμε και οι δυο, με κάποιες άλλες όμως μετανιώνω πικρά. Μπορώ, έχω αυτή την ικανότητα τώρα, και σταματώ τις στιγμές, διορθώνω όλα τα λάθη που έκανα. Ακούω ξανά τις συμβουλές της.
Μ’ έναν τρόπο μαγικό γυρνώ πίσω τις στιγμές μας. Είναι νέα, όμορφη. Με κρατά στην αγκαλιά της, με μεγαλώνει. Βιαστικά έρχομαι στις τελευταίες της στιγμές. Κλείνω τα μάτια για να μην δω το πρόσωπό της, δεν θέλω να νοιώσω την τελευταία της ανάσα. Τώρα πια είμαι στον δικό της κόσμο. Ναι, είναι δίπλα μου. Μπορώ να την πλησιάσω. Βάζω το πρόσωπό μου πολύ κοντά στο δικό της. Νοιώθω την ανάσα της. Είναι ζωντανή. Είναι ζεστή, δεν είναι παγωμένη. Αναπνέει. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα μα το στόμα μου έχει στεγνώσει. Ανυπομονώ. Θέλω να δω τα μάτια της. Να δω το άσπρο των ματιών της και όχι αυτό το κιτρινισμένο που είχε τον τελευταίο καιρό. Θέλω να αφουγκραστώ την καρδιά της πάλι να χτυπά. Ναι, την ακούω, είμαι σίγουρος. Ακουμπώ πάνω στο στήθος της μυρίζω την μυρωδιά της. Είναι η μάνα μου. Δεν κάνω λάθος. Αυτή η μυρωδιά μου είναι τόσο γνώριμη και προπαντός αγαπημένη. Δακρύζω. Τα δάκρυά μου τρέχουν πάνω στα μάγουλά μου, στάζουν πάνω στο σώμα της. Τα σκουπίζει με τα δάχτυλά της. Με σφίγγει στην αγκαλιά της. Της προσφέρω τα τριαντάφυλλα και ένα-ένα μυρίζει το άρωμά τους όπως έκανε πάντα. Βγάζει ένα επιφώνημα χαράς. Είναι η μάνα μου. Επιτέλους την βλέπω και μπορεί να με δει. Μιλάω μαζί της. Είναι η φωνή της, δεν κάνω λάθος. Η πρώτη σκέψη που κάνω είναι πως κέρδισα τον θάνατο. Ολοκληρωτικά. Δεν με νοιάζουν πια οι συμφωνίες που έκανα μ’ αυτόν, δεν με νοιάζει ο χρόνος που έχασα μαζί του, δεν με νοιάζει τίποτα. Ας τα χάσω τώρα όλα. Χαϊδεύω τα μαλλιά της, χαϊδεύω το πρόσωπό της. Ανταποκρίνεται. Η ευτυχία με πλημμυρίζει. Η ευτυχία πλημμυρίζει και τους δυο μας. Το νοιώθω. Δεν θέλω να επιστέψω στη ζωή, θέλω να μείνω εδώ, δίπλα της για πάντα. Βυθίζομαι πάνω στο κορμί της. Την σφίγγω όλο και πιο πολύ.
Ένα χέρι μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Είναι το δικό της χέρι. Ναι, αυτό το ζεστό. Με χαϊδεύει στο πρόσωπο, με κρατά σφιχτά στην αγκαλιά της όπως την κράτησα εγώ την τελευταία φορά. Κάτι ακούω να μου λέει ψιθυριστά. Σταματούν όλες οι αισθήσεις μου.
Θα σ’ αγαπώ
Χίλιες φορές θα σ’ αγαπώ.
Ο θάνατος δεν φτάνει να χωρίσει
την μάνα από τον γιο.
Κι εγώ σ’ αγαπώ ΜΗΤΕΡΑ.

*Ο Κώστας Ν. Βελούτσος υπηρέτησε το Πυροσβεστικού Σώμα από το 1987 ως το 2015. Υπηρέτησε στην Π.Υ. Χίου, Π.Υ. Μυτιλήνης και Π.Κ. Πλωμαρίου. Γράφει και αρθρογραφεί. Δικά του έργα είναι: Σεργιάνι στη ζωή, Τελευταία φορά, Ζωή από τον θάνατο, Άλικες ζωές, Οι άνθρωποι του Αύγουστου. Πρόσφατα συμμετείχε στον ‘Διαγωνισμό πυροσβεστικού διηγήματος’ που διοργάνωσε η “ Στέγη Πυροσβεστικού Πολιτισμού” της Π.Ε.Α.Π.Σ., με το διήγημά του ” το πρόσωπο της φωτιάς” και μοιράστηκε το α’ βραβείο. Δικά του άρθρα και διηγήματα δημοσιεύονται στον ηλεκτρονικό τύπο.

 

Related Articles

Stay Connected

567ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ