Η ΕΥΘΥΜΙΑ – ΕΥΕΣΤΩ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ

13-05-2026, Ω/10:00′

Στην αρχαία Ελλάδα, η ευθυμία αναφερόταν στη θεότητα της ευθυμίας, κόρης του Δία η οποία συνδεόταν με την έμπνευση, την ευχάριστη διάθεση και τη χαρά, ειδικά κατά τη διάρκεια των γλεντιών των θνητών και των συμποσίων των θεών. Ο Πίνδαρος την τοποθετεί δίπλα στον Δία μαζί με τις Μούσες, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για τη λατρεία της , με άγαλμα προς τιμήν της από τον τύραννο Διονύσιο στην Ηράκλεια του Πόντου και βάθρου αγάλματος στις Ερυθρές της Αττικής.

Σε ελαφρά παραλλαγμένη έννοια με ένας παλαιοϊωνικό όρο, μίλησε ο Δημόκριτος καθώς και οι οπαδοί του και με άλλες λέξεις: ευεστώ, αρμονίη, συμμετρίη, ευδαιμονίη, αταραξίη, αθαμβίη, αθαυμαστίη, ψυχαγωγίη. Το σύγγραμα ηθικής του Δημόκριτου είχε για τίτλο «Περί ευθυμίης» και υπότιτλο , ίσως, ευεστώ.

Ευθυμία είναι η ευάρεστη διάθεση της ψυχής, όχι τόσο η θετική κατάσταση, φαιδρότητα, χαρά, ευφροσύνη, όπως μεταφράζουν τα λεξικά. Ο Κικέρωνας, που διακρίνεται για το μεταφραστικό του έργο, τον τίτλο του έργου του Δημόκριτου «Περί ευθυμίης» , τον μετέφρασε ως γαλήνη της ψυχής, που ο Σενέκας το μεταχειρίστηκε για τίτλο μιας πραγματείας του. Την ευεστώ την ορίζει ο λεξικογράφος Ησύχιος «ευδαιμονία από του ευ εστάναι τον οίκον». Αθαυμαστίη είναι η αφοβία, αθαμβίη το να μη θαμπώνεται κανείς. Οι αποχρώσεις δείχνουν πως οι έννοιες είναι συμπυκνωμένη ουσία εξελιγμένης πνευματικής καλλιέργειας.

Την ευθυμία, την γαλήνη της ψυχής, την ένιωσε σαν ύψιστη ανάγκη και την έβαλε σκοπό της ζωής ο Αβδηρίτης. Μέσα στις αναστατώσεις του Πελοποννησιακού πολέμου του ερχόταν σαν προαίσθηση για το κακό που θα εύρισκε τους Έλληνες στα δίσεχτα χρόνια της σπαρτιατικής αυταρχίας, της μακεδονικής επιδρομής και της αναρχίας των Διαδόχων.

Για πρώτο όρο της ευθυμίας έβαλε την απραγμοσύνη, να μην μπερδεύεται κανείς με πολλές και ξένες υποθέσεις, ιδιαίτερα με την παραζάλη της πολιτικής. «Όποιος θέλει να έχει ήσυχη την ψυχή του – ευθυμείσθαι» γράφει ο Δημόκριτος, «δεν πρέπει να καταπιάνεται με πολλά, ούτε ατομικά ούτε δημόσια, κι ό,τι κάνει να μην ξεπερνά τη δύναμη και τη φύση του. Το μέτριο γέμισμα (ευογκίη), είναι πιο σίγουρο από το παραγέμισμα (μεγαλογκίη).

Κριτήριο για κείνο που πρέπει να διαλέγουμε ή να αποφεύγουμε είναι, κατά το Δημόκριτο, τα συναισθήματα (πάθη). Διαλέγουμε ό,τι μας ελκύει κι αποφεύγουμε ό,τι αποστρεφόμαστε. Η ευαρέσκεια και η δυσαρέσκεια είναι ο όρος για το ωφέλιμο και το βλαβερό. Καλό είναι στον άνθρωπο να περάσει τη ζωή όσο πιο ευχάριστα μπορεί. Κάθε ευχάριστο, κάθε ηδονή, δεν είναι ωφέλιμη. Πρέπει να διαλέγουμε. Πραγματικά ωφέλιμες είναι όσες σχετίζονται με κάτι ευγενικό και όχι με κάτι πρόσκαιρο. Ανώτερες κι ευγενικότερες είναι οι πνευματικές ηδονές και μέτρο για τη διάκριση το καλό και το αληθινό. Αυτά είναι σταθερά και κοινά σε όλους, ενώ το ευάρεστο, το ηδύ, είναι διαφορετικό για τον καθένα: «ανθρώποις πάσι τωυτόν αγαθόν και αληθές. Ηδύ δε άλλω άλλο».

Φίλες και φίλοι, για τον Δημόκριτο, ύψιστη απόλαυση είναι η διανοητική εργασία, να ερευνάς όσα γίνονται γύρω σου, στις εκτάσεις πέρα και μέσα στον εαυτό σου, στο μακρόκοσμο και στο μικρόκοσμο, «η αιτιολογία», όπως χαρακτήρισε αυτή την έρευνα. Ο ανώτερος λοιπόν τύπος ζωής είναι ο «θεωρητικός βίος», όπως το υπογράμμισε κι ο Αριστοτέλης, ο μέτοικος στην Αθήνα.

Ο Δημόκριτος, παράλληλα με τη γνώση έδινε εξίσου μεγάλη σημασία και στη χαρά και την απόλαυση της ζωής. Έμεινε στη ιστορία με το επίθετο «Γελασίνος» γιατί ήταν πάντα γελαστός και καλοδιάθετος. Σ’ αυτόν ανήκει άλλωστε το πασίγνωστο ρητό: Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος, που σημαίνει πως ζωή που περνά χωρίς γιορτές μοιάζει με μακρύ δρόμο χωρίς πανδοχεία.

Παρατηρώντας πως οι γέροι είναι συνήθως κακοί, σκυθρωποί και πληκτικοί, θεωρούσε πως ο φιλοσοφημένος άνθρωπος πρέπει στας δυσμάς του βίου του να γίνεται γέρων αιμύλιος και σπουδαιόμνθος (δηλαδή γέρος καλοσυνάτος, που λέει ενδιαφέροντα πράγματα), πράγμα που ο ίδιος το επέτυχε. Για τους περισσότερους ομηλίκους του δεν είχε πάντως καλήν ιδέα. Νεκρόν ιατρεύειν και γέροντα νουθετείν, ταυτόν εστίν (Το να νουθετείς γέροντα, είναι σαν να γιατροπορεύεις νεκρό), γράφει σε ένα απόσπασμά του.

Η φιλοσοφία του, όπως για τους περισσότερους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ήταν για τον ίδιο στάση ζωής. Έφτασε σε βαθύτατο γήρας και πέθανε το 370 π.Χ., δηλαδή εκατοχρονίτης. Όταν βρισκόταν στα τελευταία του, συνέπεσε να γιορτάζονται τα Θεσμοφόρια και η αδελφή του λυπόταν, γιατί εξαιτίας του πένθους δε θα μπορούσε να πάρει μέρος στη γιορτή. Όταν το έμαθε ο Δημόκριτος της είπε να του φέρνει κάθε μέρα φρέσκα ψωμιά, μόλις έβγαιναν από το φούρνο και ανοίγοντας τα ανάπνεε τους ατμούς που έβγαζαν. Έτσι κρατήθηκε στη ζωή. ‘Οταν τέλειωσαν οι γιορτές διέκοψε αυτή την αγωγή και πέθανε ήσυχος.

Σας ευχόμαστε ένα όμορφο βράδυ και μια θαυμαστή εβδομάδα

ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΗΓΕΣ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ «Επίκουρος η Αληθινή Όψη του Αρχαίου Κόσμου», lecturesbureau.gr.

Related Articles

Stay Connected

567ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ