Η ΨΥΧΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΤΩΝΑ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΗΡΟΣ

08-02-2025, Ω/18:30′

Στο δέκατο βιβλίο του της Πολιτείας, ο Πλάτωνας αναφέρει πώς μια ψυχή μπορεί να διαλέξει ένα τύπο ζωής. Γι αυτό υπάρχουν δυο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Σωκράτης ξεκινάει λέγοντας ότι δεν θα πει την ιστορία του Αλκίνοου (ο Αλκίνοος είναι βασιλιάς των Φαιάκων από την Οδύσσεια, και ο μέγας ιδεολόγος κάνει εδώ μια παρονομασία, προφανώς ειρωνευόμενος), αλλά ενός ανδρός αλκίμου (γενναίου). Είναι ο Ηρ, γιος του Αρμενίου, ο οποίος έχασε τη ζωή του σε μάχη. Όταν ύστερα από δέκα ημέρες πήραν τα πτώματα των άλλων πολεμιστών που βρίσκονταν σε αποσύνθεση από το πεδίο της μάχης, το δικό του σώμα παρέμενε ανέπαφο. Με την παρέλευση 12 ημερών, αφού τον είχαν μεταφέρει στην πατρίδα του για να τον θάψουν, τη στιγμή που τον είχαν πάνω στη νεκρική πυρά ο ήρωας αναστήθηκε και διηγήθηκε αυτά που είχε δει η ψυχή του.

Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή ο Ηρ, είναι ο στρατιώτης που πληγώθηκε στη μάχη. Οι θεοί νομίζοντας πως είναι νεκρός, τον μεταφέρουν στο υπερπέραν και τον βάζουν να παρακολουθήσει, παρά τη θέλησή του, κάτι που θυμίζει την ημέρα της κρίσεως. Οι δικαστές του επιτρέπουν να παραμείνει, υπό την προϋπόθεση να αναφέρει αργότερα στους θνητούς όλα όσα είδε. Και να η αφήγησή του.

«Μαζί με τις ψυχές των συντρόφων μου έφτασα σε ένα θαυμάσιο τόπο όπου είδα τέσσερα βάραθρα: δυο στραμμένα προς το κέντρο της γης και δυο που διατρυπούσαν τον ουρανό. Ανάμεσά τους, καθισμένοι σε πανύψηλα έδρανα, μερικοί δικαστές έκριναν τις ψυχές, και ανάλογα αν αυτές ανήκαν σε ανθρώπους δίκαιους ή άδικους, τις έστελναν στα Τάρταρα ή στον ουρανό. Τόσο οι ποινές, όσο και οι ανταμοιβές δεκαπλασιάζονταν σύμφωνα με τις καλές ή τις κακές ενέργειες που είχαν διαπράξει στη ζωή τους. Στο μεταξύ από τα άλλα δυο βάραθρα έβγαιναν πολλές ψυχές ατόμων, νεκρών σε μακρινούς καιρούς, που είχαν ήδη εκτίσει τις ποινές ή απολαύσει τις ανταμοιβές τους.

Ορισμένες από αυτές ήταν ειλικρινά για λύπηση, τόσο ήταν ρακένδυτες και ρυπαρές, ενώ άλλες φαίνονταν πρόσχαρες και χαμογελαστές. Σαν συναντιούνταν, τόσο οι μεν όσοι οι δε αντάλλασσαν θερμούς χαιρετισμούς και διηγούνταν πόσο είχαν ευχαριστηθεί ή υποφέρει. Έπειτα, όλοι μαζί αρχίσαμε ένα μακρινό ταξίδι και μεταφερθήκαμε σε άλλο τόπο, όπου ακριβώς στο κέντρο του ξέφωτου, ήταν καθισμένες οι τρεις μοίρες. Η Λάχεση, η Κλωθώ και η Άτροπος. Πάνω σε όλες τις ψυχές, ρίχτηκαν λιθαράκια που περιείχαν τα σημάδια μια μελλοντικής ζωής. Υπήρχαν ζωές κάθε λογής: ζωές καλλιτεχνών, ζώων, επιστημόνων, αθλητών, γυναικών κά. Κάθε άτομο, μόλις κληρωνόταν, κοιτούσε γύρω του και διάλεγε από τα πιο κοντινά του λιθαράκια τη ζωή εκείνη που περισσότερο από όλες του φαινόταν επιθυμητή. Είδα μια ψυχή να παίρνει άπληστα το ρόλο ενός τυράννου, δίχως να νοιάζεται για τις πίκρες που θα του προκαλούσε το πεπρωμένο αυτό, μια άλλη να αρπάζει τη ζωή ενός πλούσιου που δεν είχε ποτέ κανένα φίλο. Είδα τον Αίαντα τον Τελαμώνιο να διαλέξει την ύπαρξη ενός λιονταριού. (Απόφαση που δικαιολογείται διότι όταν ζούσε ήταν υποψήφιος να κληρονομήσει τα όπλα του Αχιλλέα, αλλά την τελευταία στιγμή δόθηκαν στον Οδυσσέα. Μέσα από το λιοντάρι γύρευε την εκδίκηση). Είδα το Θάμυρι να διαλέγει τη ζωή του αηδονιού. (Ο Θάμυρις, για τον οποίο θα μιλήσουμε την ερχόμενη Δευτέρα, ήταν αοιδός της αυλής. Προκάλεσε τις μούσες και για τιμωρία, του αφαιρέθηκε η όραση, η φωνή και η μνήμη). Ο Αγαμέμνονας επέλεξε τον αϊτό. (Ο Αγαμέμνονας προτιμούσε να ζει όσο πιο μακριά μπορούσε από τους ανθρώπους, επειδή στην προηγούμενη ζωή του τον είχε σκοτώσει η γυναίκα του η Κλυταιμνήστρα και ο ανηψιός του ο Αίγισθος). Είδα την Αταλάντη να αρπάζει στον αέρα τις νίκες ενός Ολυμπιονίκη. (Η Αταλάντη, το ταχύτερο πλάσμα στον κόσμο, έχασε από τον Μελανίωνα, επειδή σταμάτησε να μαζέψει τρία χρυσά μήλα). Και τέλος τον Οδυσσέα, να μαζεύει από το έδαφος ένα λιθαράκι που είχαν όλοι παραμελήσει. Ήταν η ζωή ενός κοινού ανθρώπου, χωρίς μεγάλες συγκινήσεις , κι ήταν ακριβώς αυτός που έζησε ευτυχής και ικανοποιημένος».

Ο μύθος καταλήγει με όλες τις ψυχές, που, προτού επιστρέψουν στη γη, υποχρεώνονται, με εξαίρεση την Ήρα, να πιούν λιγάκι νερό από το ποτάμι της Λήθης, έτσι ώστε να ξεχάσουν τις εμπειρίες που έζησαν στις προηγούμενες ζωές.

Φίλες και φίλοι, ο Πλάτωνας πίστευε στην αθανασία της ψυχής. Από τη στιγμή που το ορατό-σώμα, φθείρεται και πεθαίνει το αόρατο-ψυχή είναι αμετάβλητο και αιώνιο. Πίστευε, επίσης, πως ο άνθρωπος όταν βρίσκει τη γνώση την αναγνωρίζει επειδή εμπεριέχεται ήδη στην Ψυχή. Δηλαδή, η γνώση είναι ανάμνηση, μια νέα ανάδυση πραγμάτων που μάθαμε σε προηγούμενες ζωές. Στο Φαίδρο, παραβάλλει την ψυχή με ηνίοχο (παραβολή που λέγεται στην Ανατολή), που οδηγεί άρμα με δυο βαρβάτα άλογα. Το ένα ευγενικό κι από ράτσα και το άλλο τελευταίας υποστάθμης. Ο ηνίοχος, αν μπορούσε θα έβαζε τα άλογα να βοσκήσουν στην πεδιάδα της Αλήθειας μαζί με τα άλογα των θεών. Όμως το ψωράλογο τραβά προς τα κάτω και το καλό άλογο δεν τα καταφέρνει να διατηρήσει την ομαλότητα της πτήσης. Τότε η ψυχή προσκολλάται στο πρώτο σώμα που βρίσκει μπροστά της και του δίνει ζωή.

Με κάθε θάνατο, μας λέει ο Πλάτωνας, η ψυχή αλλάζει σπίτι και, ανάλογα αν το ένα από τα δυο άλογα έχει επιβληθεί ή όχι στο άλλο, ανεβαίνει ή κατεβαίνει στην ιεραρχία των ζωών. Μήπως, συμπερασματικά, το ζητούμενο στη ζωή είναι η ισορροπία που προέρχεται από την επίγνωση του «καλού» και του «κακού» αλόγου και η αυτοκυριαρχία του ανθρώπου; Η επίγνωση του Ηνίοχου είναι που θα καθορίσει το αποτέλεσμα.

Σας ευχόμαστε ένα όμορφο βράδυ και μια θαυμαστή εβδομάδα.

ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ 

ΠΗΓΕΣ: ΛΟΥΤΣΙΑΝΟ ΝΤΕ ΚΡΕΣΕΝΤΣΟ «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας» ΑΜΑΛΙΑ ΜΕΓΑΠΑΝΟΥ «Πρόσωπα και Άλλα Κύρια Ονόματα».

Related Articles

Stay Connected

567ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ