08-04-2026, Ω/09:05′
Μνημόνια συνεργασίας με ιδιώτες

Όταν βλέπεις την ηγεσία του Πολεμικού Ναυτικού να ποζάρει χαμογελαστή δίπλα στους εκπροσώπους της ιδιωτικής κερδοφορίας, την ώρα που η εθνική κυριαρχία τεμαχίζεται σε «μνημόνια συνεργασίας», είναι η οπτικοποίηση της απόλυτης υποταγής του αστικού κράτους στις επιταγές της αγοράς, όπου ο Αρχηγός ΓΕΝ μετατρέπεται σε τροχονόμο συμφερόντων.
Η ηγεσία αυτή δεν «σχεδιάζει» το μέλλον, απλώς διαχειρίζεται την αποσάθρωση του παρόντος, περιμένοντας την επόμενη παραγγελία από τους «προστάτες» της Δύσης.
Όταν οι θεσμοί μετατρέπονται σε γραφεία διεκπεραίωσης επιχειρηματικών κερδών και η εθνική άμυνα σε «μπίζνα» εργολάβων, η μόνη δύναμη που μπορεί να επιβάλει τους «νόμους που δεν αλλάζουν» είναι η οργανωμένη λαϊκή θέληση.
Το μοντέλο των «μνημονίων συνεργασίας» με ιδιώτες δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία· είναι ο κανόνας που επιβάλλει η αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Στην «πολιτισμένη» Ευρώπη, ο τομέας της εθνικής ασφάλειας έχει μετατραπεί προ πολλού σε ένα προσοδοφόρο πεδίο δράσης για τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, με το κράτος να περιορίζεται στον ρόλο του χρηματοδότη και του εγγυητή των κερδών τους.
Η κατάσταση στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αποκαλύπτει το μέγεθος της διάβρωσης.
Σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία, η άμυνα κυριαρχείται από γίγαντες όπως η Thales, η Rheinmetall και η Leonardo. Αν και οι κυβερνήσεις διατηρούν συχνά μια τυπική συμμετοχή, η παραγωγή και ο σχεδιασμός κατευθύνονται από ιδιωτικά διοικητικά συμβούλια. Τα «μνημόνια» εκεί είναι καθημερινότητα, καθώς οι ένοπλες δυνάμεις έχουν καταστεί πλήρως εξαρτημένες από την τεχνογνωσία που οι ίδιοι οι λαοί πλήρωσαν για να αναπτυχθεί, αλλά πλέον ανήκει σε μετόχους.
Το 2026 βρίσκει την Ε.Ε. να διοχετεύει δισεκατομμύρια ευρώ από τους φόρους των Ευρωπαίων πολιτών απευθείας στις αμυντικές βιομηχανίες μέσω του EDF. Το πρόσχημα είναι η «καινοτομία» και η «διαλειτουργικότητα», όμως η ουσία παραμένει η ίδια: το κράτος αναλαμβάνει το ρίσκο της έρευνας και οι ιδιώτες καρπώνονται τα κέρδη από την πώληση των συστημάτων, συχνά πίσω στο ίδιο το κράτος που τους επιδότησε.
Στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, η υπογραφή τέτοιων μνημονίων είναι το αποτέλεσμα μιας διαρκούς ώσμωσης: ανώτατοι στρατιωτικοί και κρατικοί αξιωματούχοι παραιτούνται για να αναλάβουν θέσεις συμβούλων στις ίδιες εταιρείες με τις οποίες υπέγραφαν συμφωνίες. Αυτό το σύστημα εξασφαλίζει ότι ο «εθνικός σχεδιασμός» θα είναι πάντα κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της παραγωγικής ικανότητας και των συμφερόντων του ιδιωτικού κεφαλαίου.
Στη Μεγάλη Βρετανία και τη Σκανδιναβία, η παράδοση του σχεδιασμού σε ιδιώτες οδήγησε στην πλήρη αποσάθρωση των κρατικών παραγωγικών δομών.
Όταν το κράτος παύει να κατασκευάζει και περιορίζεται στο να «αγοράζει υπηρεσίες», χάνει την ικανότητα να ορίζει την αμυντική του στρατηγική, καθώς αυτή καθορίζεται πλέον από τη διαθεσιμότητα και το κόστος που επιβάλλει το καρτέλ των εξοπλισμών.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών δεν είναι απλώς μια Ευρώπη «καθυστερημένη» τεχνολογικά, είναι θεσμικά αιχμάλωτη. Τα μνημόνια με ιδιώτες είναι οι αλυσίδες που δένουν την εθνική άμυνα στο άρμα της κερδοφορίας, καθιστώντας τις ένοπλες δυνάμεις πελάτες αντί για προστάτες της κυριαρχίας.
Η εικόνα όπου ανώτατοι αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού της χώρας φωτογραφίζονται δίπλα στις αγορές είναι απλώς η τοπική έκφραση μιας συνολικής ευρωπαϊκής παρακμής. Όταν η ηγεσία (πολιτική και στρατιωτική) ταυτίζει τον «εκσυγχρονισμό» αποκλειστικά με την ιδιωτική πρωτοβουλία, παύει να λειτουργεί ως εγγυητής της εθνικής κυριαρχίας και μετατρέπεται σε μεταπράτη ξένων συμφερόντων. Χρησιμοποιεί τον όρο «εκσυγχρονισμός» ως ιδεολογικό ρόπαλο. Οτιδήποτε κρατικό βαφτίζεται «αναχρονιστικό», «δυσκίνητο» ή «αποτυχημένο», ώστε να νομιμοποιηθεί η παράδοση των αεροναυτικών επιχειρήσεων σε ιδιώτες. Στην πραγματικότητα, ο αληθινός εκσυγχρονισμός θα ήταν η επένδυση στις δικές μας υποδομές και στο ανθρώπινο δυναμικό μας, αλλά αυτό απαιτεί σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα —κάτι που η παρούσα ηγεσία αποφεύγει συστηματικά.
Η εξάρτηση από τις εντολές των «δυτικών προστατών» (ΝΑΤΟ, ΗΠΑ, Ε.Ε.) έχει δημιουργήσει μια ηγεσία που δεν σχεδιάζει αυτόνομα. Λειτουργεί περισσότερο ως διαχειριστής ενός τοπικού υποκαταστήματος. Οι αποφάσεις για το τι πλοία θα αγοράσουμε ή ποια τεχνολογία θα αναπτύξουμε δεν λαμβάνονται με βάση τις ανάγκες του Αιγαίου, αλλά με βάση τις ανάγκες των ξένων πολεμικών βιομηχανιών, με την ηγεσία να παίζει τον ρόλο του «υπογραφέα» των μνημονίων.
Η μεγαλύτερη επιτυχία αυτού του συστήματος είναι ότι έχει καταφέρει να καταστήσει την άμυνα ένα πεδίο «απρόσιτο» για τον πολίτη. Με το πρόσχημα του «απόρρητου», η ηγεσία κρύβει την επιχειρησιακή απογύμνωση και τη σπατάλη δημόσιου χρήματος. Η κρατική ανυπαρξία μεταφέρεται αυτούσια και στα εξοπλιστικά: πολλά λόγια, πολλές φωτογραφίες, αλλά μηδενική ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης.
Ο λαός είναι η μόνη δύναμη αφύπνισης που μπορεί να επιβάλει τον έλεγχό του μόνο όταν πάψει να θεωρεί την άμυνα «θέμα των ειδικών». Το πρώτο βήμα είναι η απαίτηση για απόλυτη διαφάνεια σε κάθε ευρώ που δαπανάται. Η συγκρότηση οργάνων λαϊκού και εργατικού ελέγχου στις αμυντικές βιομηχανίες, είναι η μόνη δικλείδα ασφαλείας. Όταν ο εργάτης και ο επιστήμονας έχουν λόγο στην παραγωγή, τότε η ηγεσία δεν μπορεί να «χαρίζει» τεχνογνωσία σε ιδιώτες με ένα απλό μνημόνιο.
Αντιστράτηγος ΠΣ ε.α Γιάννης Μαντής
