01-11-2026, Ω/18:05′
ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΦΕΛΙΝΙ
Γελοιοποίησε τον φασισμό και ξεσκέπασε τους γελωτοποιούς της εξουσίας
Ο φασισμός φοβάται πολλά πράγματα. Την αντίσταση, την ανυπακοή, τη μόρφωση, την αλήθεια. Αυτό όμως που τον εξοργίζει περισσότερο, είναι να γελούν μαζί του. Να βλέπει τα σύμβολα της δήθεν παντοδυναμίας του να καταντούν καρικατούρες, τους πομπώδεις ηγέτες του να μεταμορφώνονται σε γελοίους θεατρίνους και τις κραυγές του να πνίγονται μέσα σε ένα γέλιο, που δεν μπορεί να απαγορεύσει.
Αυτό ακριβώς το γέλιο το γνώριζε καλά ο maestro Φεντερίκο Φελίνι.
Έχοντας μεγαλώσει στην Ιταλία του Μουσολίνι – είχε καταλάβει από νωρίς κάτι ουσιαστικό, ότι ο φασισμός δεν επιβάλλεται μόνο με τα όπλα, αλλά και με τη σκηνοθεσία. Με παρελάσεις, εμβατήρια, σημαίες, θεατρικές χειρονομίες, την κατασκευή ενός πανίσχυρου ηγέτη και την υποχρέωση των ανθρώπων να συμμετέχουν στο θέαμα της υποταγής τους.
Κατάφερε να γίνει ένας σκηνοθέτης που γνώριζε όσο ελάχιστοι τη δύναμη της εικόνας, ένας από τους πιο ανελέητους κινηματογραφικούς απομυθοποιητές της εξουσίας. Μπόρεσε να αποκαλύψει με συναρπαστικούς τρόπους αυτήν τη γιγαντιαία πολιτική απάτη των φασιστών. Οχι με διδακτικές διακηρύξεις, αλλά με τη σάτιρα, το παράλογο, την υπερβολή, το γκροτέσκο. Έκανε το γέλιο όπλο, τη φαντασία εξέγερση και την κινηματογραφική οθόνη καθρέφτη μιας κοινωνίας που φοβόταν να αντικρίσει το πρόσωπό της.
Είχε εκείνη τη μοναδική του ικανότητα να δείχνει πόσο τρομακτική μπορεί να γίνει η γελοιότητα, όταν αποκτήσει στολή, εξουσία και δικαίωμα να διατάζει.
«Αμαρκόρντ»: Οταν ο Μουσολίνι γίνεται καρικατούρα
Το 1973 ο Φελίνι δημιουργεί το «Αμαρκόρντ», που θα κυκλοφορήσει διεθνώς και θα κερδίσει το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Ο τίτλος, στη διάλεκτο της γενέτειράς του, σημαίνει περίπου «θυμάμαι». Μόνο που ο Φελίνι δεν θυμάται για να νοσταλγήσει. Θυμάται για να αποκαλύψει τη ζωή σε μια επαρχιακή ιταλική πόλη της δεκαετίας του 1930, όπου η καθημερινότητα μοιάζει με ατελείωτο πανηγύρι. Έφηβοι με ερωτικές φαντασιώσεις, δάσκαλοι που παριστάνουν τους παντογνώστες, μικροαστοί που υποκλίνονται στην εξουσία, παπάδες, χωροφύλακες, καυχησιάρηδες και φοβισμένοι άνθρωποι, συνθέτουν μια κοινωνία κωμική και ταυτόχρονα βαθιά τραγική.
Και πάνω από όλους, ο φασισμός. Στη σκηνή της φασιστικής παρέλασης, η πόλη μετατρέπεται σε σκηνικό μαζικής παράκρουσης. Στολές, συνθήματα, υψωμένοι βραχίονες, υστερική λατρεία του Ντούτσε παρουσιάζονται σαν μια τεράστια, κακόγουστη οπερέτα. Το αποκορύφωμα έρχεται, όταν ένα γιγαντιαίο ανθοστολισμένο ομοίωμα του Μουσολίνι αποκτά φωνή και ευλογεί έναν φανταστικό γάμο.
Είναι μια σκηνή αστεία και μαζί ανατριχιαστική, γιατί μέσα σε λίγα λεπτά αποκαλύπτεται όλος ο μηχανισμός της φασιστικής δημαγωγίας. Προσωπολατρία, ανοησία που αναγορεύεται σε εθνική αρετή, χειραγώγηση των επιθυμιών και υποταγή του ατόμου σε μια συλλογική παράσταση παραλογισμού.
Όμως ο Φελίνι δεν περιορίζεται στη γελοιοποίηση. Οταν οι φασίστες ανακρίνουν και εξευτελίζουν τον αντιφρονούντα πατέρα του νεαρού πρωταγωνιστή, αναγκάζοντάς τον να πιει ρετσινόλαδο, το γέλιο παγώνει.
Πίσω από τις γελοίες στολές αποκαλύπτονται οι βασανιστές. Πίσω από τα εμβατήρια, η τρομοκρατία. Πίσω από τα χαμόγελα της εθνικής ενότητας, η οργανωμένη βία.
Αυτό είναι το μεγάλο επίτευγμα του «Αμαρκόρντ». Δεν αντιμετωπίζει τον φασισμό ως ένα τέρας που εμφανίστηκε ξαφνικά, από το πουθενά, αλλά ένα τέρας που τράφηκε από μικροαστική υποκρισία, φόβο, άγνοια, καταπίεση και πρόθυμη υποταγή.
Ο νεαρός που έμαθε να πολεμά με το μολύβι
Υπάρχει μια λιγότερο γνωστή πλευρά του Φελίνι, που εξηγεί πολλά για την κατοπινή του κινηματογραφική ιδιοφυία. Πριν γίνει σκηνοθέτης, υπήρξε σκιτσογράφος, γελοιογράφος, δημιουργός χιουμοριστικών ιστοριών. Στο Ρίμινι που γεννήθηκε, σχεδίαζε πορτρέτα κινηματογραφικών αστέρων για τον τοπικό κινηματογράφο «Fulgor». Το 1939 έφτασε στη Ρώμη, υποτίθεται για να σπουδάσει Νομικά. Στην πραγματικότητα, προτιμούσε να μελετά τα ανθρώπινα πρόσωπα, τις ιδιοτροπίες και τις αντιφάσεις τους.
Στο σατιρικό περιοδικό «Marc’Aurelio» έμαθε να συμπυκνώνει την ανθρώπινη γελοιότητα σε λίγες γραμμές. Ήταν ένα σχολείο παρατήρησης, μέσα στα ασφυκτικά όρια της φασιστικής λογοκρισίας. Ο Φελίνι δεν εγκατέλειψε ποτέ εκείνο το μολύβι. Απλώς αργότερα οι γελοιογραφίες του απέκτησαν σάρκα, οστά, φωνή, κίνηση και μουσικές.
Μετά το τέλος της ναζιστικής κατοχής, τον ανακάλυψε ο Ρομπέρτο Ροσελίνι και συνεργάστηκαν στη «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη», σε μια από τις σημαντικότερες αντιφασιστικές ταινίες του παγκόσμιου σινεμά.
Όμως, οι πιο συγκλονιστικές μορφές του Φελίνι δεν είναι οι ισχυροί, αλλά οι ευάλωτοι, όπως η Τζελσομίνα στη «Λα Στράντα», η Καμπίρια στις «Νύχτες της Καμπίρια» και οι άνθρωποι που συνθλίβονται από τη βαρβαρότητα ενός κόσμου όπου η τρυφερότητα θεωρείται αδυναμία.
Ο Φελίνι μπορούσε να είναι αμείλικτος με τους ισχυρούς, αλλά ήταν απέραντα συμπονετικός με τους ταπεινωμένους.
Αυτός ο συνδυασμός έκανε το έργο του τόσο ανατρεπτικό.
Η Τσινετσιτά των αρχών του ’80 και η συνάντηση με τον Φελίνι

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχα την τύχη να γνωρίσω τον Φεντερίκο Φελίνι στην Τσινετσιτά, στα θρυλικά κινηματογραφικά στούντιο της Ρώμης.
Μόλις είχε κυκλοφορήσει η ταινία του «Η Πόλη των Γυναικών» («La citta delle donne»), μια σουρεαλιστική σάτιρα για τις ανδρικές φαντασιώσεις, τους φόβους και το τότε αναδυόμενο φεμινιστικό κίνημα, που είχα δει ήδη τρεις φορές.
Πρωταγωνιστής ήταν ο φίλος του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, στον ρόλο ενός 50χρονου άνδρα που ταξιδεύει με τρένο και βρίσκει τον εαυτό του παγιδευμένο σε έναν κόσμο κυριαρχούμενο από γυναίκες.
Βρισκόμουν – σαν Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων – εκεί που ο Φελίνι είχε δημιουργήσει ολόκληρους κόσμους, που η πραγματικότητα είχε μεταμορφωθεί σε όνειρο και το όνειρο σε μια αλήθεια πιο αποκαλυπτική από την ίδια τη ζωή.

Δεν πρέπει ν’ ανταλλάξαμε πάνω από 20-30 λέξεις, αλλά τις θυμάμαι όλες. Οπως και το ύφος και το βλέμμα και την αύρα του. Συνάντησα τον Μέγα Παραμυθά του κινηματογράφου, μέσα στην αληθινή του πατρίδα, την Cinecitta, στην επικράτεια της απόλυτης φαντασίας του. Σ’ έναν τόπο που μπορούσε να ξαναχτίσει τη Ρώμη, να αναστήσει τα φαντάσματα της παιδικής του ηλικίας, να δημιουργήσει θάλασσες από πλαστικό και ουρανούς από ζωγραφισμένο πανί. Κι εγώ ήμουν εκεί, μαζί του – μια αποσβολωμένη φοιτήτρια δημοσιογραφίας – μέσα σε αυτά τα ονειρικά σκηνικά, όπου κατάφερνε να μιλήσει για την αληθινή ζωή.
Από τον Μουσολίνι στη δικτατορία της τηλεοπτικής εικόνας
Ο Φελίνι δεν υπήρξε στρατευμένος πολιτικός κινηματογραφιστής με τη συμβατική έννοια. Ούτε οι ταινίες του προσφέρουν πάντα καθαρές πολιτικές απαντήσεις. Αυτό όμως δεν αφαιρεί τίποτα από την οξύτητα της κριτικής του. Ίσως η ιδιοφυία του βρισκόταν στο ότι αποκάλυπτε τον αυταρχισμό, εκεί όπου οι άλλοι έβλεπαν μόνο γραφικότητα, τη χειραγώγηση εκεί όπου οι άλλοι έβλεπαν διασκέδαση και την κοινωνική σήψη εκεί όπου οι άλλοι θαύμαζαν τη λάμψη.
Στη «Γλυκιά ζωή» του 1960 π.χ. δίνει μια συγκλονιστική ακτινογραφία της παρακμής μιας κοινωνίας, που αναζητά την ευτυχία σε κατανάλωση, δημοσιότητα, πλούτο και επιδεικτική χλιδή.
Στη «Ρόμα» του 1972, σατιρίζει, ανάμεσα σε άλλα, την εκκλησιαστική πολυτέλεια, μέσα από μια εξωφρενική επίδειξη μόδας, με εκκλησιαστικά ενδύματα.
Στο «Τζίντζερ και Φρεντ» του 1986, η τηλεόραση μετατρέπεται σε απέραντο παζάρι ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η διαφήμιση καταβροχθίζει τα πάντα, το συναίσθημα γίνεται εμπόρευμα κι η ανθρώπινη προσωπικότητα υποτάσσεται στις απαιτήσεις του θεάματος.
Και στην «Πρόβα ορχήστρας» του 1978, η σύγκρουση ανάμεσα στην εξουσία, στην πειθαρχία και τη συλλογική δράση αποκτά τη μορφή μιας πολιτικής αλληγορίας, ανοιχτής σε διαφορετικές ερμηνείες.
Ο Φελίνι θα είχε άφθονο υλικό αν ζούσε σήμερα. Φαντάζομαι πόσο εντυπωσιακά θα αξιοποιούσε την απίστευτη πρώτη ύλη που του προσφέρει η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, τώρα που η δημαγωγία έχει αποκτήσει τεχνολογικά μέσα, που ο Μουσολίνι δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Οπως π.χ. οι ψηφιακές πλατφόρμες στη θέση των τεράστιων πλατειών, οι αλγόριθμοι στη θέση των μεγαφώνων και στη θέση των φασιστικών κινηματογραφικών επικαίρων, τα βίντεο της πολιτικής αυτοπροβολής.
Ο εθνικισμός ξαναμεταμφιέζεται σε πατριωτισμό. Ο ρατσισμός σε προστασία της κοινωνίας, η καταστολή σε ασφάλεια και η ιστορική μνήμη παραχαράσσεται, ώστε οι θύτες να εμφανίζονται ως σωτήρες. Το περιτύλιγμα άλλαξε. Η προσπάθεια χειραγώγησης παραμένει αναγνωρίσιμη.
Πόσο φελινική είναι αυτή η εποχή!

Οι σημερινοί δημαγωγοί δεν χρειάζονται μαύρα πουκάμισα. Αρκεί ένα τηλεοπτικό στούντιο, ένας επικοινωνιακός μηχανισμός, μια στρατιά πρόθυμων αναπαραγωγών και ένας εχθρός, που θα προσφέρεται για καθημερινή κατανάλωση.
Και βέβαια, πολιτικοί που συμπεριφέρονται σαν τηλεοπτικοί διασκεδαστές. Κυβερνητικοί παράγοντες που υποκαθιστούν τις απαντήσεις, με θεατρινίστικες εξάρσεις. Δημόσιες αντιπαραθέσεις, με κραυγές αντί επιχειρημάτων και διαστρεβλώσεις αντί πολιτικής ευθύνης.
Στον Φελίνι δεν θα άρεσε καθόλου αυτή η παράσταση, που θα συναγωνιζόταν τις πιο εξωφρενικές του επινοήσεις.
Στην Ελλάδα, δεν θα δυσκολευόταν να βρει πρωταγωνιστές, μέσα σ’ ένα σκηνικό έπαρσης της εξουσίας, γελοιότητας της πολιτικής αυτολατρείας και συστηματικής προσπάθειας να παρουσιαστεί η κοινωνική αδικία ως φυσικό φαινόμενο και η διαμαρτυρία ως ενόχληση. Ίσως και να γύριζε ένα καινούργιο «Αμαρκόρντ», όπου οι άνθρωποι μόνο θα υπακούν, δεν θα διαμαρτύρονται, αλλά θα προσαρμόζονται. Δεν θα διεκδικούν, μόνο θα ευγνωμονούν.
Εκτός, αν επέλεγε ένα νέο «8 1/2».
Η επικίνδυνη δύναμη του γέλιου
Ο Φελίνι πέθανε στις 31 Οκτώβρη 1993, αφήνοντας πίσω του έναν κινηματογραφικό κόσμο που κανείς δεν κατάφερε να αντιγράψει. Δεν ήταν ένας αλάνθαστος δημιουργός. Αντιφάσεις, εμμονές και προσωπικές του αδυναμίες διαπερνούσαν το έργο του. Όμως αυτό ακριβώς έκανε την τέχνη του τόσο ανθρώπινη. Δεν κατασκεύαζε εύκολους ήρωες. Αναζητούσε τον άνθρωπο πίσω από τη μάσκα. Και όταν αυτή η μάσκα ήταν η μάσκα της εξουσίας, το βλέμμα του γινόταν αμείλικτο.
Τριάντα τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, ό,τι δημιούργησε για τη φασιστική Ιταλία, είναι μια προειδοποίηση για κάθε κοινωνία που αρχίζει να συνηθίζει τον αυταρχισμό, να ανέχεται την ταπείνωση και να συγχέει τον θόρυβο της προπαγάνδας με τη φωνή της αλήθειας.
Ο φασισμός δεν γίνεται επικίνδυνος μόνο όταν εμφανίζονται οι ένστολοι, ανόητοι κι αξιολύπητοι τραμπούκοι του, όπως έλεγε. Γίνεται επικίνδυνος πολύ νωρίτερα. Οταν η ανοησία αποκτά κύρος, η δουλοπρέπεια ονομάζεται υπευθυνότητα, ο φόβος γίνεται καθημερινή συνήθεια κι όταν η κοινωνία χειροκροτεί εκείνους που την περιφρονούν.
Αυτήν τη διαδικασία ο Φελίνι την ξεσκέπασε με μια κάμερα και ένα αφοπλιστικό, δηλητηριώδες γέλιο. Και εδώ βρίσκεται το πιο επαναστατικό μάθημα που άφησε. Η εξουσία μπορεί να επιβάλει τη σιωπή. Μπορεί να οργανώσει τον φόβο. Μπορεί να κατασκευάσει ήρωες από το τίποτα και εχθρούς από τους αθώους. Υπάρχει όμως κάτι που δεν μπορεί να ελέγξει. Τη στιγμή που οι άνθρωποι παύουν να τη φοβούνται και αρχίζουν να βλέπουν πόσο γελοία είναι. Και οι παντοδύναμοι ηγέτες απομένουν αυτό που ήταν εξαρχής, θρασύδειλα ανθρωπάκια, κρυμμένα πίσω από γιγαντοοθόνες πολιτικής αυτοαποθέωσης.
Στην ιστορική του συζήτηση με την συγγραφέα Ναταλία Γκίντσμπουργκ, ανέφερε: «Ο φασισμός γεννιέται πάντα από την άγνοια των πραγματικών προβλημάτων, από προκατάληψη, απληστία ή αμάθεια, να δώσουν στη ζωή τους ένα βαθύτερο νόημα».
Και συμπλήρωνε:
«Οι φασίστες καυχιούνται για την άγνοιά τους και επιζητούν την επιτυχία για τους εαυτούς τους ή την ομάδα τους μέσα από την έπαρση, τις ανυπόστατες διεκδικήσεις και μια ψεύτικη επίδειξη καλών προθέσεων και προσόντων, αντί να βασίζονται στην πραγματική ικανότητα ή την καλλιέργεια».


Ο Φελίνι ήξερε πως ο φασισμός υπηρετεί τους ισχυρούς, τρέφεται από τον φόβο και την ανασφάλεια και απαιτεί ένα κοινό γονατισμένο. Όμως η αυλαία του πέφτει οριστικά, όταν οι γονατισμένοι σηκώνονται, αρνούνται να χειροκροτήσουν και μετατρέπονται από θεατές σε πρωταγωνιστές της ανατροπής.
(fb) Semina Digeni , Photos της Σεμίνας Διγενή στα studios της Cinecitta
