22-11-2025, Ω/14:00′
Ήταν αρχές Μαΐου του 2008 γύρω στις οκτώμισι το βράδυ. Σούρουπο. Μια ώρα ακόμα, σκέφτομαι. Ο Ασύρματος ακούγεται….
– 6-32 Να μεταβείτε για πυρκαγιά σε οικοπεδικό χώρο επί της Ιωάννου Μίχα, Θρακομακεδόνες.
– Ελήφθη κέντρο
Βάζω μπροστά, Φώτα, Φάροι, Σειρήνα.
Στο σημείο μας περίμενει ένας πολίτης. Λίγα λόγια, λίγες κινήσεις με το χέρι, και αμέσως μπήκαμε σ’ έναν παράδρομο. Σταθμεύουμε και μας οδηγεί με τα πόδια λίγα μέτρα μέσα στα δέντρα. Ένας μαντρότοιχος, ψηλός με λαμαρίνες. Κι όμως ειχε φωτιά.
Μικρή. Έρπουσα. Μα ήταν φωτιά.
Ξεκινήσαμε την εγκατάσταση. Ρώτησα τον πολίτη αν υπήρχε κάποιος ιδιοκτήτης, κάποιος γείτονας.
– Όχι, κανείς, μου είπε. Απουσιάζει.
Ο Πέτρος πηδάει τη μάντρα και αρχίζει την κατάσβεση. Πλέον νύχτα. Οι φακοί ανάβουν.
Εγώ παραμένω απ’ έξω, μήπως χρειαστεί κάτι και να ελέγχω το όχημα.
Ένα μπαμ ακούγεται…
Σαν πετραδάκια να χτυπούν τη λαμαρίνα. Πευκοβελόνες πέφτουν στο κεφάλι μου.
Τι στο καλό; Έσκασε κάνα ξεχασμένο δυναμιτάκι από το Πάσχα; σκέφτομαι.
Δεν προλαβαίνω να τελειώσω τη σκέψη κι ακούγεται μια φωνή από το βάθος:
– Ποιος είναι εκεί; Ψηλά τα χέρια!
Ο Πέτρος αφήνει τον αυλό και σηκώνει τα χέρια.
Και τότε τον βλέπω. Ένας άντρας, στο μπαλκόνι, του διπλανού σπιτιού μας σημαδεύει με καραμπίνα.
– Από την Πυροσβεστική είμαστε! φωνάζει ο Πέτρος.
– Πέτρο, πέσε κάτω!
– Δεν σας πιστεύω, φωνάζει.
Δεύτερο μπαμ. Σκύβω και τρέχω. Φτάνω στο όχημα.
– Κέντρο, από 6-32. Δεχόμαστε πυροβολισμούς!
– Να αποχωρήσετε!
– Δεν γίνεται, ο συνάδελφος είναι μέσα!
Αφήνω τον ασύρματο και επιστρέφω.
– Πέτρο!
Καμία απάντηση.
– Πέτρο!
Τίποτα.
– Πέτρο!
Ο νους μου θολώνει. Γιατί δεν απαντά; Τον πυροβόλησε; Είναι πίσω από τον τοίχο;
Ξανά στο όχημα. Πιάνω τον ασύρματο.
Τι να πω;
Κέντρο, ο συνάδελφος αγνοείται;
Το ξανασκέφτομαι Πήγαινε πάλι. Μην το πεις χωρίς να σιγουρευτείς.
– Πέτροοοο!
– Έλα! Εδώ είμαι, στο μπαλκόνι! Είμαι καλά!
Επιστρέφω. Ηρεμώ κάπως. Ενημερώνω το Κέντρο. Ο συνάδελφος είναι στην οικία.
Σιγά σιγά, αρχίζουν να καταφθάνουν ενισχύσεις. Ο Διοικητής του Σταθμού, περιπολικά του 100, της Ασφάλειας, η ΟΠΚΕ. Από τον ασύρματο ακούγεται αυστηρή εντολή:
– Όλοι οι συνάδελφοι να τηρούν τα μέτρα αυτοπροστασίας. Τα πορτμπαγκάζ ανοίγουν. Τα γιλέκα φοριούνται. Τα όπλα στα χέρια.
Μετά από λίγα λεπτά, ανοίγει η εξώπορτα. Βγαίνει ο Πέτρος. Πιο πίσω, ο ιδιοκτήτης. Παραδίδει την καραμπίνα. Τον βάζουν στο περιπολικό.
– Δημήτρη, έχω τίποτα στο πιγούνι;
– Λίγο αίμα. Μάλλον έξυσες κάποιο σπυρί… του λέω με μισό χαμόγελο.
– Τι έγινε μέσα; Πήγα στον ασύρματο να ενημερώσω το κέντρο και μετά γύρισα και δεν σε είδα.
– Με σημάδευε με το όπλο και μου είπε να πάω στο σπίτι. Δεν πίστευε οτι είμασταν πυροσβέστες. Πήραμε τηλέφωνο στο κέντρο για να μιλήσει.
Ο Πέτρος μεταφέρεται στο 401. Εγώ, για κατάθεση στο Τμήμα.
Έξω από το τμήμα, πετυχαίνω τον Περιφερειάρχη.
– Ζέρβα, τι έκανες πάλι; μου λέει με εκείνο το πειραχτικό του ύφος.
Πήγε 01:30. Ο Πέτρος επιστρέφει. Κρατάει ένα πλαστικό ποτήρι. Μέσα, το σκάγι που του αφαίρεσαν από το πιγούνι.
Επιστροφή στον Σταθμό. Ολυμπιακό Χωριό. Μετά σπίτι. Ζωγράφου.
03:00. Ας ξαπλώσω λίγο. Σε λίγες ώρες έχω πάλι Υπηρεσία.
Στον ύπνο μου — μπαμ!
Πετάγομαι. Μας πυροβολούν!
Όχι. Ήταν απλώς η πόρτα του διπλανού διαμερίσματος που έκλεισε με δύναμη.
Το πρωί, βάρδια ξανά. Ίδιο όχημα, ίδιο σημείο στάθμευσης. Απο την θέση του οδηγού το βλέμμα μου καρφώνεται στον ασύρματο.
Θα το ξανακούσω;
“6-32 να μεταβείτε στην Ιωάννου Μίχα για πυρκαγιά σε οικοπεδικό χώρο ”;
Σιωπή.
Το στομάχι σφιγμένο. Το βλέμμα ξανακολλάει στον ασύρματο.
– Δημήτρη, είσαι καλά;
– Δεν νομίζω… ψιθυρίζω.
Τηλεφωνώ στον Διοικητή.
– Διοικητά… δεν μπορώ να κάτσω εδώ. Μπορώ να αλλάξω όχημα;
Λίγο μετά, με αλλάζουν. Νιώθω κάπως καλύτερα.
Λίγες μέρες μετά, ήρθε και η επίσημη μετακίνησή μου σε άλλον Πυροσβεστικό Σταθμό.
Δέκα Χρόνια Μετά
Δεν ξέρω γιατί. Μάλλον είχε έρθει η ώρα.
Ξαναπήγα.
Στο ίδιο σημείο.
Δεν μίλησα σε κανέναν.
Απλώς στάθηκα εκεί. Κοίταξα.
Και είπα μέσα μου:
– Το τόλμησες.
Δημήτρης Ζέρβας, Εθελοντής Πυρονόμος
