20-12-2024, Ω/16:35′
Ο Γαλαξίας μας είναι η γαλακτόχρωμη (υπόλευκη) ζώνη, χωρίς σαφή όρια, που ιδιαίτερα το καλοκαίρι φαίνεται να αγκαλιάζει τον ουρανό από τα ΒΔ και να προχωράει ΝΑ. Έχει διαφορετική λαμπρότητα στις διάφορες περιοχές του και είναι επιβλητικός, όταν τον παρατηρούμε από ανοιχτό μέρος, όπως είναι η θάλασσα ή κάποιο δάσος. Το γαλακτόχρωμο φως του οφείλεται στο φως των δισεκατομμυρίων αστεριών του, που είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο και έτσι δεν μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε. Εκτός από τα δισεκατομμύρια άστρα του που νεότερες έρευνες τα υπολογίζουν σε ένα τρισεκατομμύριο, περιέχει πολλά νεφελώματα, φωτεινά και σκοτεινά, καθώς και άφθονη μεσοαστρική ύλη, που είναι συγκεντρωμένη κυρίως κοντά στο γαλαξιακό επίπεδο. Η ύλη αυτή αποτελείται από αέριο και κόκκους και είναι το 2% περίπου του Γαλαξία μας.

Οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν τον Γαλαξία «οδό των ψυχών». Οι αρχαίοι Έλληνες τον έλεγαν Γαλακτίτη Κύκλο και Ηριδανό ποταμό. Οι Ρωμαίοι τον αποκαλούσαν «Ιερό ποταμό Γάλλο».
Ο Πίνδαρος τον αναφέρει ως «λιπαράν οδόν» και «δρόμο του Διός». Όμοια και ο Λατίνος ποιητής Οβίδιος θεωρεί τον Γαλαξία «τον δρόμο που οδηγεί στον Δία και την αθανασία».
Στον Μεσαίωνα οι καθολικοί τον ονόμαζαν «δρόμο της Ρώμης», επειδή πίστευαν πως οι ψυχές των πιστών περνούσαν από αυτόν, για να πάνε στη βασιλεία των ουρανών και ότι ο Πάπας της Ρώμης φύλαγε το δρόμο και έκανε έλεγχο στους διερχόμενους, για να δει αν είναι άξιοι για το θείο Παράδεισο.
Σε πολλά μέρη της Ελλάδας τον αποκαλούν «δρόμο της Παναγιάς» και «Ιορδάνη ποταμό», ενώ σε περιοχές της Πελοποννήσου τον λένε «ζωνάρι της καλογριάς». Αλλού πάλι τον ονομάζουν «του παπά τα άχυρα», ίσως από τα άχυρα που σκόρπισε ο Άγιος Πέτρος, όταν τον κυνηγούσε ο αγροφύλακας Βέγας.
Μυθολογικά, η επικρατέστερη και πιο γνωστή εκδοχή της δημιουργίας του είναι αυτή του Ερατοσθένη, σύμφωνα με την οποία ο Ερμής εξαπάτησε την Ήρα για να θηλάσει τον Ηρακλή, αυτή όμως το κατάλαβε, έσπρωξε το μωρό και το γάλα της σκόρπισε στον ουρανό χρωματίζοντας τη ζώνη αυτή που γι΄ αυτό το λόγο ονομάσθηκε γαλαξιακή.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο ίδιος ο Δίας, με διάφορες υποσχέσεις και παραχωρήσεις, έπεισε την Ήρα να θηλάσει τον τελευταίο Διόσκουρο, τον Ηρακλή, το γιο του από την Αλκμήνη. Ο Ηρακλής, όμως, ζωηρό μωρό όπως ήταν, δάγκωσε το μαστό της θεάς. Εκείνη, καθώς πόνεσε, έσπρωξε μακριά το μωρό, με αποτέλεσμα το θείο γάλα της να χυθεί στον ουρανό και να σχηματίσει το Γαλαξία μας.
Υπάρχει όμως και η εκδοχή των ευσεβών αρχαίων Ελλήνων: ο Γαλαξίας μας δημιουργήθηκε από τον καπνό των θυσιών προς τους θεούς του Ολύμπου, που προερχόταν από τον αστερισμό του Βωμού. Αυτή όμως η ερμηνεία δεν εξηγεί ούτε το όνομά του ούτε το χρώμα του.
Μπορεί ακόμα να ήταν ο δρόμος που ακολούθησε ο ήρωας Περσέας, για να σώσει την Ανδρομέδα από τα δόντια του τρομερού δράκοντα. Κατά τους αρχαίους, τρέχοντας ο Περσέας στους αιθέρες καβάλα στο φτερωτό Πήγασο, για να ελευθερώσει την Ανδρομέδα, δημιούργησε με τον καλπασμό του άφθονη αστρική σκόνη, κι έτσι σχηματίσθηκε ο Γαλαξίας μας. Τα αστέρια είναι ιεραρχικά οργανωμένα σε σμήνη και γαλαξίες. Και οι τελευταίοι πάλι σε σμήνη γαλαξιών. Ο δικός μας Γαλαξίας ανήκει στην ίδια ομάδα με δεκαέξι άλλους. Είναι η γειτονιά μας. Τα αστέρια αυτά, που είναι ορατά με γυμνό μάτι στον ουρανό, ανήκουν όλα στον Γαλαξία μας. Και παρά τους σχετικούς μύθους ότι δεν μπορούν να μετρηθούν, δεν ξεπερνούν τις 3.000. Συνολικά, ωστόσο, ο Γαλαξίας μας περιλαμβάνει 200 τουλάχιστον δισεκατομμύρια άστρα. Είναι δε τέτοια η διάταξή τους, που σε έναν μακρινό παρατηρητή ο Γαλαξίας θα έμοιαζε με δίσκο αθλητικό που έχει διάμετρο 100.000 και πάχος 2.000 ετών φωτός.
Φίλες και φίλοι τα μεγέθη του Σύμπαντος εντυπωσιάζουν και το ανθρώπινο δέος μπροστά στον έναστρο ουρανό, επαυξάνεται όταν στην εμπειρία προστίθεται και η επιστημονική γνώση. Εμείς, ωστόσο, μέρος των άστρων και οι ίδιοι, πάντα θα ατενίζουμε με ανοιχτή καρδιά και την πρόσθετη όραση που μας έχει δοθεί το νυχτερινό ουρανό με τα δισεκατομμύρια λαμπιόνια του. Κι όπως λέει κι ο ποιητής ο Νικηφόρος Βρεττάκος, στο ποίημά του «οι μικροί Γαλαξίες»:
Πάνε και έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο ένας αντίκρυ στον άλλον,
μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν σαν πέτρες που βλέπονται.
Όμως εσύ,
Δεν λόξεψες βάδισες ίσα, προχώρησες
μες από μένα, κάτω απ΄ τα τόξα μου,
όπως κι εγώ: προχώρησα ίσα μες από σένα
κάτω από τα τόξα σου. Σταθήκαμε ο ένας μας
μέσα στον άλλο, σα νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυο κόσμους σε πλήρη
λάμψη και κίνηση, σαστίσαμε ακίνητοι
κάτω από τη θέα τους.
Ήσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου όλες τις στέρνες.
Ήσουνα φως, διαμοιράστηκες. Όλες
οι φλέβες μου έγιναν ξαφνικά ένα
δίχτυ που λάμπει: στα πόδια, στα χέρια,
στο στήθος, στο μέτωπο.
Τα άστρα το βλέπουνε ότι:
Δυο δισεκατομμύρια μικροί γαλαξίες και πλέον κατοικούμε τη γη.
Σας ευχόμαστε ένα όμορφο βράδυ και μια θαυμαστή εβδομάδα!
ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΗΓΕΣ: ΤΑ ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥΣ (Μάνος Δανέζης – Στράτος Θεοδοσίου), Η ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ (Γιώργος Γραμματικάκης)
