Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ, Ο ΑΣΗΜΑΚΗΣ…

11-07-2026, Ω/16:45′

Ο φίλος μου ο Ασημάκης”

Με τον Ασημάκη μαζί μεγαλώσαμε, στην ίδια γειτονιά. Τα σπίτια μας πλάι πλάι.

Μαζί παίξαμε βόλους, μαζί κλωτσίσαμε το πάνινο τόπι, μαζί περπατήσαμε ξυπόλητοι στα χαντάκια. Μόνο στο σχολείο χωρίζαμε.

Με πέρναγε δύο τάξεις.

Ήταν άριστος μαθητής! Αν τεμπέλιαζα μου βαζε κατσάδα και δεν μου μιλούσε. “Έλα ρε Ασημάκη, θα διαβάζω”.

Στην γειτονιά, όλα τα παιδιά, τρέχανε σε αυτόν να τους λύσει τις ασκήσεις της αριθμητικής.

Οι μανάδες μας πάλι, δεν είχαν τίποτα άλλο να μας πουν, παρά να μας κοπανάνε απο το πρωί μέχρι το βράδυ: “Να γίνετε σαν τον Ασημάκη” ,”Να μοιάσετε του Ασημάκη”.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος του 40 πηγαίναμε Γυμνάσιο. Ο Ασημάκης στην τέταρτη τάξη και εγώ στη δεύτερη..

…την άνοιξη του άλλου χρόνου μας χτύπησαν οι γερμανοί…οι κατακτητές άρπαξαν τα τρόφιμα απο τον κοσμάκη, του κλεψαν την λευτεριά, το πιο πολύτιμο αγαθό και απο το ψωμί!

Η ζωή φτήνηνε! Άξιζε τώρα, μια χούφτα αλεύρι, μια λαχανίδα, δύο σταφίδες, ένα κομμάτι μπομπότα!

Στο Γυμνάσιο μας, πολλά παιδιά δεν έρχονταν. Ποιό είχε όρεξη για γράμματα, αφού πεινούσαν; Και εμείς που πηγαίναμε, είχαμε τα χάλια μας…πιότερο όμως ο Ασημάκης γιατί είχε χάσει τον πατέρα του στην Αλβανία. Η μάνα του δούλευε στα καπνά για να ζήσουνε.

Μας μιλούσε για αγώνα, αν θέλουμε να ζήσουμε. “Αν κάτσουμε με τα χέρια σταυρωμένα και δεν αντιδράσουμε κανένας μας δεν θα ζήσει”. “Τι λές;” είπανε κανα δύο, “να μας πιάσουν οι Γερμανοί; Δεν βλέπεις κάθε μέρα πόσους σκοτώνουνε;”

Ο Ασημάκης επέμενε…μερικοί φοβήθηκαν και δεν ξανάρθαν. Όσοι απομείναμε καταλήξαμε να παρουσιαστούμε στον Γυμνασιάρχη και να του ζήτήσουμε να μεσολαβήσει για να μας δώσουνε συσσσίτιο.

Έτσι σχηματίσαμε μια επιτροπή απο αγόρια και κορίτσια, που ο Ασημάκης την βάφτισε “Επιτροπή Σωτήρίας” και παρουσιαστήκαμε στον Γυμνασιάρχη που μόλις μας είδε ξαφνιάστηκε.

“Τι να σας κάνω παιδιά μου..δεν μπορώ να κάνω τίποτα..το υπουργείον είναι αρμόδιο..εκεί να αποταθήτε” Μας χαιρέτισε και μας ευχήθηκε “κάθε επιτυχία”!

Σε λίγες μέρες η επιτροπή μας παρουσιάστηκε στον διευθυντή του υπουργείου παιδείας. “Θέλουμε συσσίτιο κύριε διευθυντά!” “Λυπούμαι..μόνο απο τον κύριο υπουργόν εξαρτάται..πηγαίνετε στο γραφείο του να δούμε θα σας δεχθεί;”

Ρωτήσαμε έναν κλητήρα:”τι τον θέλετε;..δεν δέχεται σήμερα. Ελάτε άλλη μέρα”. Εμείς επιμείναμε. Τελικά μας πήγε στον ιδιαίτερο. ¨Ποιοί είσθε και τι θέλετε εδώ;” ρώτησε με ύφος αυστηρό και σηκώθηκε όρθιος.

“Είμαστε μαθηταί και μαθήτριαι που η πείνα μας έστειλε σε εσάς”, του απάντησε ο Ασημάκης”. “Πεινάμε κύριε!”, συμπλήρωσε δυνατά μια μαθήτρια. “Να γυρίσετε στο Γυμνάσιο σας και να τα αφήσετε αυτά. Γρήγορα αδειάστε το γραφείο παληόπαιδα”, ξεφώνισε και χτύπησε το χέρι του πάνω στο γραφείο…

..ο Ασημάκης έκανε ένα βήμα μπροστά και γυρίζει με οργή και του λέει “Κύριε δεν μας φοβίζουν οι φωνές σας. Ξέρουμε ποιοί σας έβαλλαν εδώ και ποιό ρόλο παίζετε!”

Φρύαξε εκείνος περισσότερο. ήρθαν οι κλητήρες και μας βγάλλαν έξω “Γρήγορα φύγετε μην πλακώσουν οι Γερμανοί”.

Στο δρόμο πήραμε την απόφαση: Κανένας αύριο δεν έπρεπε να πατήσει στο Γυμνάσιο. Έτσι και έγινε Κανένας δεν μπήκε στις τάξεις.

Στο μεταξύ η απεργία μας μαθεύτηκε και στα άλλα γυμνάσια και κατέβηκαν και αυτά μαζί. Ήρθαν αστυφύλακες. “Βρε παιδιά θαρθουν οι Γερμανοί”. Τίποτα δεν κατάφεραν. Όλοι πειθαρχούσαν στην απόφαση της Επιτροπής.

Η αποχή κράτησε κάμποσες μέρες. Ένα μεσημέρι ένας μαθητής ήρθε τρεχάτος. “Σε θέλει ο κύριος Γυμνασιάρχης” είπε του Ασημάκη. Πήγαμε μαζί και περιμέναμε έξω απο το γραφέίο . Ωστόσο, ακόυσαμε τι τον ήθελε. “Με πήρανε τηλέφωνο απο το υπουργείον. Το αίτημα σας έγινε δεκτό. Γρήγορα θα αρχίσει η διανομή συσσιτίου. Μόνο τώρα πες στα παιδιά να μπούνε στις τάξεις για μάθημα.” “Nικήσαμε παιδιά, νικήσαμε” φώναζε ενθουσιασμένος.

Σε μια εβδομάδα άρχισαν να μας δίνουνε. Το Γυμνάσιο μας γιόμισε πάλι παιδιά. Ξανακούστηκαν γέλια. Όλα στο στόμα τους είχανε το όνομα του Ασημάκη. “Να, αυτός ο κατσαρομάλλης”-και τον δείχνανε-“έτρεξε για το συσσίτιο μας!”.

Την πολιτεία μας-που είχε γίνει κάστρο της αντίστασης-την ζώσαν ένα καλοκαιριάτικο πρωινό του 44 αμέτρητοι Γερμανοί και προσκυνημένοι φίλοι τους. Μάζεψαν τους άνδρες σε μια πλατεία. Ανάμεσα τους και ο Ασημάκης, φοιτητής πια της Νομικής. Εγώ έλειπα και έτσι στάθηκα τυχερός

Μαζί με αυτούς που πρόδιναν, είταν και ένας συμμαθητής του απο το Γυμνάσιο μας. Μέσα στο πλήθος τον ξεχώρισε. “Εσύ δεν είσαι ο Ασημάκης”-του είπε-“που ξεσήκωνες το Γυμνάσιο με τις απεργίες; Έλα μαζί μου”. Τον πήρε και τον παρέδωσε στους Γερμανούς.

Μαζί με άλλους πολλούς τον στήσανε στην μάντρα και τον τουφέκισαν. Στην μάντρα του μπλόκου άφησε την τελευταία του πνοή, ο φίλος μου ο Ασημάκης, ο πιο καλός και ακριβός μου φίλος, που τόσο αγάπησε την ζωή και την λευτεριά!”

praxisreview.gr

Πηγή: “Ιστορίες της Κατοχής”, Δημήτρης Λιάτσος, εκδ. Έλληνικό Βιβλίο

Related Articles

Stay Connected

567ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ