03-10-2026, Ω/17:20′
Ένας από τους δημοφιλέστερους κωμικούς του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, με περισσότερες από 70 ταινίες, αμέτρητες θεατρικές παραστάσεις, περιοδείες, τεράστιες επιτυχίες, αλλά και απίστευτες καταστροφές, ο αξέχαστος Κώστας Χατζηχρήστος μπήκε στο θέατρο …κυνηγημένος. Κυριολεκτικά. Το 1943, μέσα στην Κατοχή, βρέθηκε στη Λάρισα και με τους Γερμανούς στα ίχνη του. Αναζήτησε τότε καταφύγιο εκεί όπου αργότερα θα περνούσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του. Σ’ ένα θέατρο. Μόνο που αντί να χωθεί σε κάποια σκοτεινή γωνιά ή πίσω από μια κουίντα, βρέθηκε πάνω στη σκηνή. Αποφάσισε πως θα ‘πρεπε να αρχίσει να αυτοσχεδιάζει και, χωρίς καλά – καλά να το καταλάβει, έκανε το ακροατήριο να ξεσπάσει σε γέλια. Ετσι, η φυγή για να σωθεί μετατράπηκε σε κάτι σαν ανεπίσημη πρεμιέρα μιας τεράστιας καριέρας. Η ζωή, προτού ακόμη τον κάνει διάσημο κωμικό, του είχε γράψει ήδη ένα σενάριο που δύσκολα θα φανταζόταν και ο πιο ευφάνταστος σεναριογράφος. Τα πρώτα χρόνια, βέβαια, δεν είχαν τίποτε από την αναγνώριση, τη δόξα και τη λατρεία που θα ακολουθούσαν.
Ήταν χρόνια δύσκολα και βασανισμένα. Με τον Νίκο Ρίζο, έναν από τους πιο αγαπημένους φίλους του, μοιράστηκαν φτώχεια, όνειρα και ένα μικρό δωμάτιο. Ο Ρίζος πρόσεχε σχολαστικά τα λιγοστά του χρήματα και για μεγαλύτερη ασφάλεια τα έκρυβε μέσα στη φόδρα του σακακιού του. Ο Χατζηχρήστος όμως, που γνώριζε το μυστικό θησαυροφυλάκιο, όταν έμενε άφραγκος περίμενε να κοιμηθεί ο φίλος του, άνοιγε προσεκτικά τη φόδρα και «δανειζόταν» ό,τι χρειαζόταν. Είχε πάντως τον δικό του ιδιότυπο κώδικα τιμής, αφού μόλις πληρωνόταν επέστρεφε τα χρήματα εκεί όπου τα είχε βρει. Ο Ρίζος, εν αγνοία του, είχε μετατραπεί σε νυχτερινή τράπεζα, χωρίς ωράριο και – ευτυχώς – χωρίς τόκο. Εκείνα τα χρόνια όμως ήταν πολύ πιο σκοτεινά από αυτές τις ιστορίες. Στη διάρκεια του Εμφυλίου ο Χατζηχρήστος βρέθηκε ξανά στη Λάρισα, αυτήν τη φορά στον θίασο του Λουκά Μυλωνά. Στο πιάνο της παράστασης βρισκόταν ο σπουδαίος Λυκούργος Μαρκέας. Μια βραδιά, το θέατρο κινδύνεψε να γίνει τόπος εκτέλεσης.
Ο Χατζηχρήστος βρισκόταν πάνω στη σκηνή, όταν ο Μαρκέας αντιλήφθηκε ότι ένοπλοι των ΕΑΟ (Ελληνικών Αντικομμουνιστικών Ομάδων) έρχονταν προς το θέατρο αναζητώντας τον. Δεν μπορούσε φυσικά να διακόψει την παράσταση και να του ανακοινώσει μπροστά στους θεατές ότι κινδύνευε. Βρήκε λοιπόν έναν τρόπο σχεδόν θεατρικό και πέρασε την προειδοποίηση μέσα από τη μουσική …τραγουδώντας του να εξαφανιστεί. Ο Χατζηχρήστος κατάλαβε αμέσως. Εγκατέλειψε – με τρόπο – το νούμερό του, πέρασε στα παρασκήνια και διέφυγε από την πίσω πλευρά του θεάτρου. Λίγα λεπτά αργότερα, οι ένοπλοι είχαν ήδη εισβάλει στον χώρο. Εκείνος όμως είχε προλάβει να χαθεί. Χρόνια μετά, διηγιόταν γελώντας το περιστατικό, με εκείνον τον μοναδικό τρόπο που είχε να μετατρέπει ακόμη και μια ανάμνηση τρόμου σε αφήγηση με κωμικό ρυθμό. Και, βέβαια, δεν ξεχνούσε ποτέ ότι στον Μαρκέα χρωστούσε κυριολεκτικά τη ζωή του.
Η ιστορία αυτή έχει και μια ειρωνική λεπτομέρεια, που μόνο η πραγματικότητα μπορεί να επινοήσει. Ο Χατζηχρήστος, άνθρωπος της Αριστεράς, θα μπορούσε εύκολα να θεωρήσει ότι η επίθεση είχε αποκλειστικά πολιτικά κίνητρα. Ο ίδιος όμως αργότερα έδωσε μια πολύ πιο πεζή – και απροσδόκητη – εξήγηση. Δεν παρουσίασε τον εαυτό του ως κάποιο σημαντικό στέλεχος του ΕΛΑΣ, ούτε επιχείρησε να κατασκευάσει εκ των υστέρων έναν ηρωικό μύθο γύρω από το όνομά του. Οπως αφηγήθηκε, πίσω από την καταδίωξη βρισκόταν μια προσωπική ιστορία, μια παλιά ερωτική σχέση που είχε τελειώσει άσχημα. Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, η γυναίκα ζήτησε τη βοήθεια γνωστού της, που συνδεόταν με τις ΕΑΟ, και η προσωπική εκδίκηση, συν τις πολιτικές επιλογές του ηθοποιού, συν το εκρηκτικό κλίμα της εποχής, πήρε διαστάσεις πραγματικής απειλής για τη ζωή του. Και ενώ λίγο έλειψε να δολοφονηθεί, αρνιόταν να φορέσει στον εαυτό του φωτοστέφανο, προτιμώντας να τσαλακώσει τον μύθο του και τελικά να γελάσει πρώτος με την απίστευτη περιπέτειά του. Γιατί στη ζωή του Χατζηχρήστου το τραγικό και το κωμικό κατοικούσαν συχνά στο ίδιο δωμάτιο.
Αλλά ίσως το πιο ενδιαφέρον έργο αυτού του μεγάλου θεατρίνου παίχτηκε μακριά από τους προβολείς. Ο Χατζηχρήστος είχε μια παράξενη σχέση με το χρήμα, το θεωρούσε κάτι σαν περαστικό επισκέπτη. Ερχόταν κι έφευγε, μόνο που συνήθως έφευγε προς την τσέπη κάποιου άλλου. Χρόνια αργότερα, όταν τον ρώτησαν για τα πάθη του, έδωσε μια απάντηση που σχεδόν συνοψίζει τη βιογραφία του: Το πάθος που δεν κατάφερε ποτέ να κόψει ήταν το «εγώ πληρώνω». Και πρόσθετε πως τόσο στα πλούτη όσο και στις φτώχειες του, έβαζε πάντα το χέρι στην τσέπη για όλους δίπλα του.
Οι συνάδελφοί του που τον έζησαν στα καμαρίνια, στις περιοδείες, στα ξενύχτια και στις εποχές που το θέατρο όχι μόνο δεν είχε λάμψη αλλά ήταν κάτι σαν επικίνδυνη αποστολή, έχουν να πουν μόνο καλά γι’ αυτόν. Ο Νίκος Ρίζος, φίλος του από τα δύσκολα χρόνια, θυμόταν κάτι μαγικό από την παλιά Αθήνα των θεάτρων. Ο Χατζηχρήστος και ο Βασίλης Αυλωνίτης ήξεραν ακριβώς ποια ώρα έβγαινε ο ένας και ο άλλος στη σκηνή των γειτονικών θεάτρων όπου έπαιζαν. Ο Χατζηχρήστος λοιπόν εγκατέλειπε για λίγο το δικό του θέατρο, έτρεχε γρήγορα, ανέβαινε ξαφνικά στη σκηνή του Αυλωνίτη και οι δυο τους αυτοσχεδίαζαν επί μισή ώρα. Την επομένη γινόταν το αντίθετο, ο Αυλωνίτης έτρεχε στο θέατρο του Χατζηχρήστου και έπαιζαν για λίγο μαζί, ενθουσιάζοντας τους θεατές. Μιλώντας για εκείνη τη φουρνιά, ο Ρίζος κατέληγε: «Ηταν μια άλλη γενιά ηθοποιών, σήμερα δεν τους “πιάνει” κανείς από εμάς». Η Σπεράντζα Βρανά μιλώντας γι’ αυτόν είχε φωτίσει μια διαφορετική πλευρά του: Την πληθωρικότητα με την οποία αγαπούσε. Οπως έλεγε, «όταν ο Χατζηχρήστος ερωτευόταν, αφοσιωνόταν ολόψυχα και μπορούσε να εκφράσει αυτό που ένιωθε με μια γλυκιά κουβέντα, μια ξαφνική αγκαλιά ή ένα δώρο που ο άλλος δεν είχε καν φανταστεί. Οταν αγαπούσε, δεν ήξερε από οικονομία αισθημάτων». Η Αλίκη Γεωργούλη περιέγραψε πώς κάποτε το αυτοκίνητο του ερωτευμένου Κώστα ήταν γεμάτο λουλούδια, σχεδόν ένα ολόκληρο ανθοπωλείο πάνω σε τέσσερις ρόδες. «Ηταν ωραίος άνθρωπος ο Χατζηχρήστος. Καλοπροαίρετος. Αυθόρμητος. Γενναιόδωρος». Η Ρίκα Διαλυνά τον σκιαγράφησε με πολλή αγάπη: «Ο Κώστας ήταν πολύ σπουδαίος άνθρωπος και ηθοποιός. Οσοι συνεργάστηκαν μαζί του, τον λάτρεψαν κυριολεκτικά. Τους ζούσε όλους, κι ας μην είχε ο ίδιος ούτε φράγκο στην τσέπη. Και το σημαντικότερο; Δεν άφησε ποτέ κανέναν απλήρωτο». Η Βάσια Τριφύλλη είπε για εκείνον: «Είχε τρύπια χέρια. Δεν μπορούσε να καθίσει να φάει μόνος. Μετά την παράσταση μάζευε γύρω του κόσμο – δέκα, δεκαπέντε ανθρώπους – και τους πήγαινε στο τραπέζι. Και το να επιχειρήσει κάποιος άλλος να πληρώσει ήταν σχεδόν αιτία διακοπής σχέσεων». Ο Κώστας Καραγιάννης το εξηγούσε διαφορετικά: «Δεν αγαπούσε τα χρήματα για τα χρήματα. Τα ξόδευε.
Δύσκολα θα έβρισκες καλλιτέχνη ή φτωχό άνθρωπο που να είχε βρεθεί κοντά του και να μην είχε κάποια στιγμή δεχθεί τη βοήθειά του». Και έτσι σχηματίζεται από τις μαρτυρίες των άλλων ένα πορτρέτο πολύ διαφορετικό από εκείνο που χωράει στις κινηματογραφικές αφίσες. Ο Χατζηχρήστος δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος κωμικός. Ηταν ο άνθρωπος που όταν είχε πολλά τα σκόρπιζε, και όταν είχε λίγα τα μοιραζόταν. Ισως τελικά η πιο σπουδαία κριτική για έναν καλλιτέχνη να μην είναι πόσο γέλιο προκάλεσε πάνω στη σκηνή, αλλά πόσοι άνθρωποι, όταν έσβησαν τα φώτα της, είχαν έναν λόγο να τον θυμούνται με αγάπη.
Το 1956, όταν ο Μενέλαος Λουντέμης βρισκόταν αντιμέτωπος με τη γνωστή δίωξη για το έργο του, ο Χατζηχρήστος, λόγω της σχέσης του με την Αλίκη Γεωργούλη, προσπάθησε κι αυτός να βοηθήσει τον μεγάλο Ελληνα συγγραφέα. Εμφανίστηκε λοιπόν στη φυλακή, φορτωμένος με ένα στρώμα και μια κούτα τρόφιμα, προσπαθώντας να τα περάσει στον κρατούμενο. Και τελικά τα κατάφερε, τους έπεισε και τα πέρασε. Μετά απ’ αυτό, δεν έκανε καμία ανακοίνωση αλληλεγγύης. Δεν φωτογραφήθηκε. Ούτε έκανε δηλώσεις γι’ αυτήν την πρωτοβουλία. Απλώς κουβάλησε στην πλάτη του ένα στρώμα και τρόφιμα. Και αυτή του η κίνηση έδειξε πως υπάρχουν φορές που η ιδεολογία ενός ανθρώπου μπορεί να χωρέσει και σε μία μόνο εικόνα, σε μία μόνο κίνηση.
Ο ίδιος είχε γνωρίσει άλλωστε από νωρίς μια Ελλάδα πολύ διαφορετική από εκείνη των μεταγενέστερων κινηματογραφικών του επιτυχιών. Είχε πολεμήσει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Είχε περάσει από τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Σε συνέντευξή του θυμόταν ακόμα τη δολοφονία του αδελφού του, που ήταν στον ΕΛΑΣ, λίγο πριν από την απελευθέρωση της Δράμας.
Κι ύστερα, υπήρξε στη ζωή του και εκείνη η γυναίκα. Η σπουδαία Καίτη Ντιριντάουα. Δεν ήταν «η όμορφη πρωταγωνίστρια» που παντρεύτηκε έναν διάσημο κωμικό. Πίσω από το εξωτικό καλλιτεχνικό όνομα βρισκόταν η Αικατερίνη Οικονόμου, μια γενναία γυναίκα της Αντίστασης. Θρυλική αγωνίστρια του ΕΑΜ, καταδικάστηκε σε φυλάκιση από τους Γερμανούς και μεταπολεμικά γνώρισε τις διώξεις και τις εξορίες. Μακρόνησος, Χίος, Τρίκερι. Η ηθοποιός και χορεύτρια με τα μεγάλα τσακίρικα μάτια από τη Θεσσαλονίκη είχε δηλώσει ότι «αγάπησα τον αγώνα περισσότερο απ’ το θέατρο», γι’ αυτό και παρά τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, την παρανομία, τις εξορίες και τις κακουχίες που άφησαν βαρύ αποτύπωμα στην υγεία της, συνέχισε να αγωνίζεται μέσα από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ Θεάτρου. Με τον Χατζηχρήστο συνεργάστηκαν στο θέατρο, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν το 1959 και απέκτησαν μια κόρη. Ο γάμος τους κράτησε έως το 1975. Η κοινή ζωή τους ασφαλώς δεν ήταν ειδυλλιακή, ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ τις αδυναμίες και τις απιστίες του. Αλλά για αρκετά χρόνια συναντήθηκαν στο θέατρο δύο άνθρωποι με παράλληλες λαϊκές διαδρομές: Εκείνη με την Αντίσταση, τις διώξεις και τις εξορίες, εκείνος με τον πόλεμο, την Αριστερά και μια σχεδόν παθολογική ανάγκη να μοιράζεται ό,τι είχε. Μια γενναιοδωρία που είχε κάτι το παιδικό.
Ο Χατζηχρήστος δεν γνώριζε το «λίγο». Ούτε στο θέατρο, ούτε πουθενά. Κάποτε, το 1963-64, έφερε στο «Παρκ» μια γιγαντιαία παραγωγή, με περισσότερους από 100 ηθοποιούς και χορευτές, Ελληνες και Γάλλους. Το υπερθέαμα κατέληξε σε οικονομική καταστροφή. Χρόνια μετά, εξηγούσε πως τα περισσότερα χρήματά του χάθηκαν σε θεατρικές και κινηματογραφικές δουλειές, αλλά και πως ποτέ δεν φοβήθηκε το ρίσκο. Και, με εκείνη την αυτοσαρκαστική ειλικρίνεια που τον χαρακτήριζε, παραδεχόταν ότι όσα ξόδεψε δεν τα ξόδεψε ποτέ μόνος του, υπήρχαν πάντοτε φίλοι, συνεργάτες και γνωστοί γύρω του.
Ακόμη και η τέχνη του γεννήθηκε πολλές φορές από το ίδιο ένστικτο, να σώσει τον άλλον, τη στιγμή, την παράσταση. Οταν κάποτε σε μια σκηνή του «Μπακαλόγατου» – από αβλεψία – έλειψαν από το σκηνικό οι φακές, αντί να παγώσει και να τα χάσει, αυτοσχεδίασε μια ξεκαρδιστική ιστορία. Είπε στους θεατές πως ήρθαν κάποια …μαμούνια που τάχα πήραν τις φακές στον ώμο τους και έφυγαν. Το λάθος έγινε ατάκα και η στιγμιαία αμηχανία έγινε γέλιο και χειροκρότημα. Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη τέχνη του Χατζηχρήστου: Μετέτρεπε τη στραβή στιγμή σε ζωή. Και η ζωή του έδωσε πολλές στραβές στιγμές.
Έχασε χρήματα, θέατρο, ανθρώπους. Γνώρισε τη μεγάλη δημοσιότητα, τη δόξα, την αγάπη του κοινού, και αργότερα τη μοναξιά και την αγνωμοσύνη. Πέρασε περιόδους μεγάλης οικονομικής δυσκολίας και μόνο ελάχιστοι άνθρωποι, που τον αγάπησαν πραγματικά, στάθηκαν δίπλα του. Ισως γιατί η αλληλεγγύη μερικές φορές έχει μνήμη. Εκείνος που επί δεκαετίες πλήρωνε τραπέζια, βοηθούσε συναδέλφους, κουβαλούσε τρόφιμα και χάριζε πράγματα, στα δύσκολα βρήκε μόνο κάποιους λίγους ανθρώπους που δεν τον ξέχασαν. Μάλλον γι’ αυτό, ένα τέταρτο του αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Χατζηχρήστος δεν είναι μόνο ο Θύμιος, ο Ζήκος ή ο αξέχαστος Ηλίας του 16ου. Είναι και εκείνος ο άνθρωπος με το στρώμα στην πλάτη έξω από τη φυλακή του Λουντέμη. Είναι ο στρατιώτης που αρνιόταν να πυροβολήσει αμούστακα παιδιά. Εκείνος που έβγαζε κόσμο για φαγητό και το θεωρούσε περίπου προσωπική προσβολή να πληρώσει άλλος. Ενας άνθρωπος ατελής, πληθωρικός, αντιφατικός, σπάταλος σε χρήματα, έρωτες, γέλιο και προσφορά.
Και ίσως αυτή να είναι η ωραιότερη απάντηση στο ερώτημα που βασάνιζε τον ίδιο τα τελευταία χρόνια: «Χαρτιά δεν ξέρω. Από ιππόδρομο δεν έχω ιδέα. Πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα;». Και σχεδόν απαντούσε μόνος του: «Από τα χέρια μου πέρασαν πολλά χρήματα. Επρεπε να κρατώ πισινή». Δεν κράτησε. Τα λεφτά πήγαν σε παραστάσεις, σε αποτυχίες, σε φίλους, σε συναδέλφους, σε τραπεζώματα, σε λουλούδια, σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη.
Δηλαδή, με έναν τρόπο δεν πήγαν χαμένα. Πήγαν στους άλλους. Γιατί ο Χατζηχρήστος αγάπησε τους ανθρώπους και το θέατρο περισσότερο από την ασφάλεια.
«Εφυγε» στις 3 Οκτωβρίου 2001, στα 80 του χρόνια.
