ΠΟΤΕ ΟΙ ΒΡΕΤΑΝΟΙ ΠΡΟΣΕΦΕΡΑΝ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – ΚΑΜΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΔΕΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΕ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ…

17-10-2026, Ω/08:15′

Πότε οι Βρετανοί προσέφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα, αλλά η ελληνική κυβέρνηση την απέρριψε. Με ποιο σκεπτικό ο βασιλιάς Κωνσταντίνος το αρνήθηκε διά του Ζαΐμη..

Κι όμως, κάποτε προτάθηκε επίσημα στην Ελλάδα να της δοθεί αλύτρωτο ελληνικό έδαφος και η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε. Την επίσημη προσφορά είχε κάνει η βρετανική κυβέρνηση με αντάλλαγμα την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο με το πλευρό της Αντάντ.

Η Ελλάδα εκείνη την εποχή βρισκόταν στη δίνη του Εθνικού Διχασμού, ανάμεσα σε βενιζελικούς και φιλοβασιλικούς. Αιτία του Διχασμού ήταν το ζήτημα της συμμετοχής ή μη της Ελλάδας στον πόλεμο και με ποια από τις δύο αντιμαχόμενες συμμαχίες. Ο πρωθυπουργός της χώρας, Ελευθέριος Βενιζέλος, πίστευε ότι η Ελλάδα έπρεπε να πάρει το μέρος της Αντάντ για πολλούς λόγους. Πίστευε πως η Ελλάδα, ως ναυτική χώρα, έπρεπε να πάρει το μέρος της Αντάντ γιατί εκείνη είχε τις ισχυρότερες ναυτικές δυνάμεις και έλεγχε την θάλασσα. Επίσης, η πλειοψηφία των αλύτρωτων Ελλήνων ζούσε σε χώρες που ήταν σύμμαχοι της Γερμανίας (Οθωμανική αυτοκρατορία) ή είχαν μια φιλογερμανική ουδετερότητα (Βουλγαρία).

Βενιζέλος και βασιλιάς Κωνσταντίνος (1913)

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, από την άλλη, δεν έκρυβε πως ήταν φιλογερμανός. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε γερμανική παιδεία, είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ Γουλιέλμου, Σοφία και είχε λάβει τιμητικά από τον Γουλιέλμο το αξίωμα του στρατάρχη του γερμανικού στρατού. Ήξερε, όμως, την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της Αντάντ στη θάλασσα και ήξερε πως μεγάλα τμήματα του ελληνικού λαού δεν ήθελαν να ξαναπολεμήσουν, μόλις ένα χρόνο μετά τους βαλκανικούς. Γνώριζε επίσης πως δεν μπορούσε να πείσει κανέναν Έλληνα να μπει στο πλευρό της Γερμανίας και να συμμαχήσει με τους Οθωμανούς, οι οποίοι ήδη εξεδίωκαν τον ελληνισμό της Μικρασίας. Έτσι προτίμησε την οδό της ουδετερότητας. Μπροστά στη διαφωνία τους για την εξωτερική πολιτική της χώρας,

ο Βενιζέλος παραιτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1915. Στις εκλογές που έγιναν τον Μάιο ο κρητικός πολιτικός με πρόγραμμά του την τήρηση της συμφωνίας που η Ελλάδα είχε με τη Σερβία (αν η Σερβία δεχόταν επίθεση από τη Βουλγαρία, η Ελλάδα θα την βοηθούσε) επανήλθε στην πρωθυπουργία.

Στις 23 Σεπτεμβρίου η Βουλγαρία κήρυξε επιστράτευση και ο Κωνσταντίνος επέτρεψε στον Βενιζέλο την επιστράτευση 18.000 ανδρών, αλλά με τον όρο πως θα λάμβαναν μέρος στον πόλεμο μόνο αν η Ελλάδα δεχόταν επίθεση. Στις 25 Σεπτεμβρίου οι Αγγλογάλλοι ανακοινώνουν πως θα αποβιβάσουν δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη για να βοηθήσουν τους Σέρβους. Στις 5 Οκτωβρίου η Βουλή ενέκρινε την εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου με 142 ψήφους υπέρ, 102 κατά και 13 αποχές. Όμως, ο Κωνσταντίνος, με τη στήριξη του Γενικού Επιτελείου, αρνήθηκε να βάλει την χώρα στον πόλεμο. Έτσι ο Βενιζέλος το απόγευμα της ίδιας μέρας, παραιτήθηκε για δεύτερη φορά. Υπηρεσιακός πρωθυπουργός διορίστηκε ο αντιβενιζελικός Αλέξανδρος Ζαΐμης.

Η βρετανική πρόταση για την Κύπρο


Έντουαρντ Γκρέι, Βρετανός Υπουργός  Εξωτερικών

Στις 14 Οκτωβρίου η Βουλγαρία επιτέθηκε στη Σερβία η οποία, δεχόμενη ταυτόχρονα την επίθεση των Γερμανών και των Αυστροούγγρων από τον βορρά, κατέρρευσε. Ανήσυχος από τις νίκες της Κεντρικής Συμμαχίας και τη χερσαία σύνδεση της Γερμανίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Έντουαρντ Γκρέι έκανε επίσημη πρόταση στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Ζαΐμη, μέσω του Βρετανού πρεσβευτή στην Αθήνα, Φράνσις Έλιοτ, στις 16 Οκτωβρίου 1915. Το τηλεγράφημα της πρότασης ήταν το εξής: «Σήμερον, όταν η Σερβία υπέστη επίθεσιν παρά της Βουλγαρίας, εάν η Ελλάς θελήση να έλθη εις βοήθειάν της, η κυβέρνησις της Αυτού Μεγαλειότητος είναι πρόθυμος να παραχωρήση την νήσον Κύπρον εις την Ελλάδα. Εάν η Ελλάς ενωθή μετά των συμμάχων χωρίς περιορισμούς, θα συμμετάσχει φυσικώς μαζί των εις τα πλεονεκτήματα, άτινα θα πραγματοποιηθούν κατά το τέλος του πολέμου. Η παραχώρησις όμως της Κύπρου γίνεται υπό της Αγγλικής κυβερνήσεως, ανεξαρτήτως από την άποψιν ταύτην και υπό μόνον τον όρον, ότι η Ελλάς θα δώση διά του θα πραγματοποιηθούν κατά το τέλος του πολέμου. Η παραχώρησις όμως της Κύπρου γίνεται υπό της Αγγλικής κυβερνήσεως, ανεξαρτήτως από την άποψιν ταύτην και υπό μόνον τον όρον, ότι η Ελλάς θα δώση διά του στρατού της πλήρη και άμεσον την υποστήριξιν της εις την Σερβίαν. Ο καιρός παρέρχεται και θα παρακαλέσετε τον κ. Ζαΐμην να μας απαντήση άνευ βραδύτητος.»

Σερ Φράνσις Έλιοτ, πρεσβευτής της Μ. Βρετανίας στην Ελλάδα (1903 – 1917)

 Ο Ζαΐμης υποσχέθηκε πως θα μετέφερε την προσφορά στον βασιλιά Κωνσταντίνο. Τελικά χρειάστηκε δυο μέρες για να τον βρει!

Στην απάντηση της (21 Οκτωβρίου 1915), η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε ότι: «Τίποτε δεν της είναι πιο ευάρεστο από αυτή την προσφορά που, ανοίγοντας τις καλύτερες προοπτικές για τις εθνικές βλέψεις, γεμίζει ασφαλώς με χαρά τις καρδιές των Ελλήνων. Όμως, όσο δελεαστική κι αν είναι η εν λόγω προσφορά, δεν μπορεί να αλλάξει τη σοβαρότητα των καταστάσεων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, ούτε να καταστήσει αποτελεσματικότερη τη στρατιωτική βοήθεια που θα ήθελε να μπορούσε να προσφέρει στη Σερβία»

Η απόρριψη θορύβησε και απογοήτευσε τους Κύπριους, οι οποίοι δεν σταμάτησαν να διεκδικούν την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ το 1917, αλλά η πρόταση για παραχώρηση της Κύπρου είχε αποσυρθεί και δεν επανήλθε ποτέ. Οι Έλληνες της Κύπρου δεν έπαψαν ποτέ να αγωνίζονται για την Ένωση, με σταθμό τα Οκτωβριανά του 1931 και κορύφωση τον αγώνα της ΕΟΚΑ του 1955-59.

Βαλάντης Αθανάσιος, ιστορικός mixanitouxronou.gr

———————————————————————

Το Κυπριακό, οι ελληνικές κυβερνήσεις και οι ΗΠΑ – Μ. Βρετανία

Ελληνοκύπριοι πιάνονται αιχμάλωτοι, κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο

Η τουρκική εισβολή και κατοχή του 37% του κυπριακού εδάφους έχει αναδείξει το ρόλο της ελληνικής στρατιωτικής χούντας καθώς και το ρόλο των ΗΠΑ – Μ. Βρετανίας στην υποστήριξη της τουρκικής απόβασης, μετά το πραξικόπημα για την ανατροπή του Προέδρου Μακαρίου στις 15 Ιούλη 1974.

Ωστόσο, αν το 1974 αποτελεί την κορύφωση ενός τραγικού γεγονότος, οι ρίζες του βρίσκονται πολλά χρόνια πίσω. Ο κυπριακός λαός πλήρωσε και πληρώνει πολύ ακριβά τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις καθώς και την πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Το 1878, η οθωμανική αυτοκρατορία, σε αντάλλαγμα για τη βρετανική υποστήριξη στον πόλεμο κατά της Ρωσίας, παραχώρησε έναντι ενοικίου την Κύπρο στη Μ. Βρετανία.

Το 1914 η Βρετανία εκμεταλλεύτηκε την είσοδο της Τουρκίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας και προσάρτησε την Κύπρο, ακυρώνοντας τη Συνθήκη του 1878.

Το 1915 η Μ. Βρετανία πρότεινε την παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα, με αντάλλαγμα την είσοδό της στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Η κυβέρνηση του Αλ. Ζαΐμη και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος την απέρριψαν.

Το 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία ως μια από τις ηττημένες χώρες παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματα και όλους τους τίτλους κυριότητας στην Κύπρο, γεγονός που επικυρώθηκε και από τη Συνθήκη της Λοζάνης (1923). Η Κύπρος υπαγόταν πλέον στην «κατοχή» και «διοίκηση» της Βρετανίας.

Ο Μακάριος, σε σύσκεψη στην Αθήνα με την κυβέρνηση Καραμανλή, τον Νοέμβρη του 1974, πριν επιστρέψει στην Κύπρο

Ο λαός της Κύπρου δεν έπαψε να αγωνίζεται για την απαλλαγή του από τη βρετανική κυριαρχία. Στις 21 Οκτώβρη 1931, έγιναν μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις με αίτημα την ένωση με την Ελλάδα. Η εξέγερση κατεστάλη βίαια. Εκατοντάδες άτομα φυλακίστηκαν, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου κηρύχθηκε παράνομο, η ηγεσία του εξορίστηκε, απαγορεύτηκε η διδασκαλία της ελληνικής Ιστορίας κ.λπ.

Ο τότε πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος έσπευσε να καταδικάσει τη λαϊκή εξέγερση («Έθνος», 23 Οκτώβρη 1931). Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν και οι δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών και αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ανδρέα Μιχαλακόπουλου: «(…) ως πολιτικός και απλώς ως άνθρωπος, αποδοκιμάζω με τον πλέον ενεργόν τρόπον πάσαν παράνομον εκδήλωσιν ιδία όταν συνοδεύεται από βιαιότητας κατά προσώπων και πραγμάτων» («Πρωία», 24 Οκτώβρη 1931).

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο αγώνας του κυπριακού λαού συνεχίστηκε και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πώς αντιμετώπισαν τον αγώνα των Κυπρίων οι ελληνικές κυβερνήσεις; Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του πρωθυπουργού Κ. Τσαλδάρη στις 17 Μάη 1946: «Ως προς το ζήτημα της Μεγαλονήσου Κύπρου, ουδεμία επιτρέπεται να γίνεται σύγχυσις (…) Πρόκειται περί θέματος, το οποίον αφορά την Μεγάλην μας φίλην Μεγάλην Βρετανίαν και την Ελλάδα, του οποίου όθεν η περιπόθητος διά το έθνος διευθέτησις αφορά μόνον ημάς τους δύο».

Και την επομένη, ο Π. Κανελλόπουλος διευκρίνισε: «Η ελπίς μας διατυπούται απέναντι της μεγάλης και υπερόχου ευεργέτιδος της Ελλάδος της Μεγάλης Βρετανίας» («Το Κυπριακό στη Βουλή των Ελλήνων», τόμος Α’, σελ. 8.).

Αυτή η λογική ήταν που οδήγησε την ελληνική κυβέρνηση να αρνηθεί τη στήριξη του αιτήματος των Κυπρίων για εγγραφή και συζήτηση του Κυπριακού στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Αναγκάστηκε να το κάνει κάτω από τις πιέσεις του Μακάριου τον επόμενο χρόνο, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα, αφού η ΓΣ του ΟΗΕ (1953) υιοθέτησε στην ουσία τις θέσεις της Μ. Βρετανίας.

Τον Σεπτέμβρη του 1955, η κυβέρνηση της Μ. Βρετανίας προσκάλεσε την Ελλάδα και την Τουρκία σε τριμερή διάσκεψη για το Κυπριακό στο Λονδίνο. Ο Μακάριος είχε εκφράσει τη διαφωνία του για την τριμερή και τη συμμετοχή της Ελλάδας. Η κυβέρνηση Παπάγου πήρε μέρος και αυτό αποτέλεσε σημαντική διπλωματική επιτυχία της Τουρκίας, γιατί έτσι έγινε η πρώτη επίσημη εμπλοκή της στο Κυπριακό.

Από το Μάρτη του 1957 επισημοποιείται και η εμπλοκή των ΗΠΑ στο Κυπριακό. Σε αμερικανοβρετανικές συνομιλίες συμφωνήθηκε το Κυπριακό να αντιμετωπίζεται στο εξής στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Επιδίωκαν να υπάρξει απευθείας συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, δηλαδή να πάψει το Κυπριακό να είναι διεθνές ζήτημα.

Στις 23 Φλεβάρη 1959, μέσα σε πανηγυρικό κλίμα, ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής ανακοίνωσε στη Βουλή «ότι διά των συμφωνιών αίτινες υπεγράφησαν εν Λονδίνω, κατά την παρελθούσα εβδομάδα, η Κύπρος καθίσταται ανεξάρτητος Δημοκρατία». Είναι οι γνωστές συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις Μ. Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Στο Λονδίνο πήραν μέρος και συμφώνησαν και εκπρόσωποι της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Υπονομευμένη η ανεξαρτησία από την πρώτη στιγμή

Η ανεξαρτησία της Κύπρου, που προέβλεπαν οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, ήταν περιορισμένη και υπονομευμένη από την πρώτη στιγμή. Προέβλεπαν ως εγγυήτριες δυνάμεις τις Μ. Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία, που θα είχαν στρατιωτικές δυνάμεις στο νησί. Η Μ. Βρετανία διατήρησε τις βάσεις της στην Κύπρο.

Το Σύνταγμα που συμφωνήθηκε και που δεν τέθηκε ποτέ στη διαδικασία της έγκρισης του κυπριακού λαού, στην πραγματικότητα εμπόδιζε την κυπριακή κυβέρνηση να κυβερνήσει. Σε λιγότερο από 4 χρόνια, οι συμφωνίες τινάχθηκαν στον αέρα.

Το Νοέμβρη του 1963 ο Μακάριος υπέβαλε στους Τουρκοκύπριους πρόταση για αλλαγή 13 Άρθρων του Συντάγματος. Τις προτάσεις απέρριψε η Τουρκία και η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων. Ακολούθησαν ένοπλες συγκρούσεις και η αποχώρηση των Τουρκοκύπριων υπουργών από την κυβέρνηση. Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του νησιού μετακινήθηκαν και συγκεντρώθηκαν σε συγκεκριμένες περιοχές, όπου σχηματίστηκαν αμιγείς θύλακες, στους οποίους δεν επιτρέπονταν η είσοδος Ελληνοκυπρίων και η άσκηση ελέγχου από την κυπριακή κυβέρνηση.

Η Μ. Βρετανία, ως εγγυήτρια δύναμη και αξιοποιώντας τα παραπάνω γεγονότα, χάραξε το 1964 την «πράσινη γραμμή» που διαχώριζε τις δύο κοινότητες.

Οι επεμβάσεις των ΗΠΑ εκφράστηκαν με τα σχέδια «Άτσεσον», που προέβλεπαν την ένωση με την Ελλάδα αλλά και τη διατήρηση των βρετανικών βάσεων και τη δημιουργία τουρκικών. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για σχέδια διχοτόμησης της Κύπρου, γι’ αυτό απορρίφθηκαν από την κυπριακή ηγεσία.

Αποδεικνύεται από όλα τα προηγούμενα ότι ΗΠΑ, Μ. Βρετανία δεν ήθελαν πραγματικά ανεξάρτητη Κύπρο. Αλλά και οι αστικές κυβερνήσεις της Ελλάδας κινήθηκαν ακριβώς στην ίδια κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα, καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν υποστήριξε την ανεξαρτησία της Κύπρου. Ήθελαν λύση στο πλαίσιο της δυτικής συμμαχίας. Γι’ αυτό αντιμετώπισαν εχθρικά τον Μακάριο, όταν αυτός στην πορεία επέλεξε την ανεξαρτησία της Κύπρου, εντάχθηκε στο Κίνημα των Αδέσμευτων, έκανε συμφωνίες και στηρίχθηκε στις σοσιαλιστικές χώρες, πρώτα απ’ όλα στη Σοβιετική Ενωση.

Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου στο μνημόνιο προς τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Τζόνσον (15 Ιούνη 1964): «…Το δίλημμα είναι ΝΑΤΟποίηση ή Κούβα; ΝΑΤΟποίηση μπορεί να επιτευχθεί μόνο διά της ένωσης με την Ελλάδα. Ως αποτέλεσμα της ένωσης, ολόκληρο το νησί, όντας τμήμα της Ελλάδας, θα μπορούσε να είναι ΝΑΤΟική βάση όπως η Κρήτη. Ο εσωτερικός κομμουνισμός θα μειωθεί σημαντικά, όπως και στην Ελλάδα όπου ελαττώθηκε στο 12%. Έτσι η ασφάλεια της Τουρκίας και ολόκληρης της Μέσης Ανατολής θα περιφρουρηθεί πλήρως…».

Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ (1984-1989) Ν. Κουρής, στην κατάθεσή του στην Εξεταστική Επιτροπή, αναφέρει: «Όλες οι κυβερνήσεις πράγματι θέλουν να λύσουν το Κυπριακό μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, όλες οι κυβερνήσεις επαναλαμβάνω από το 1952 και εντεύθεν».

Επομένως, η αποστολή της ενισχυμένης μεραρχίας στην Κύπρο το 1964 δεν είχε μόνο στόχο την αντιμετώπιση του κινδύνου επέμβασης της Τουρκίας, αλλά και την αποτροπή της λεγόμενης «κουβανοποίησης» της Κύπρου. Ο παραπάνω ισχυρισμός επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι κυριότερες δυνάμεις της μεραρχίας συγκεντρώθηκαν στη Λευκωσία.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζ. Μπολ, στις 22/8/1964 σε απόρρητο τηλεγράφημα στον Ντιν Άτσεσον, τόνισε: «(…) ο ελληνικός στρατός διαθέτει την ισχύ στο νησί για να κανονίσει τον Μακάριο, αν δοθεί εντολή…».

Τα γεγονότα του 1974 δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία»

Ενα ακόμη γεγονός, που αποδεικνύει ότι η στάση του ελληνικού κράτους υπήρξε ενιαία, είναι και το παρακάτω: Στις 9 και 10 Σεπτέμβρη 1967 πραγματοποιήθηκε στον Έβρο (Κεσάνη – Αλεξανδρούπολη) συνάντηση της ελληνικής χουντικής κυβέρνησης (Κόλλιας, Σπαντιδάκης, Παπαδόπουλος, Οικονόμου – Γκούρας ως υπουργός Εξωτερικών κ.λπ.) με αντίστοιχη της Τουρκίας (Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, Ι. Τσαγλαγιαγκίλ κ.λπ.) με αντικείμενο το Κυπριακό.

Η πλειοψηφία της Εξεταστικής Επιτροπή της Βουλής εμφανίζει τη συνάντηση ως απροετοίμαστη, πρόχειρη. Ο Παπαδόπουλος αντέτεινε ότι υπήρχε προετοιμασία από την κυβέρνηση Στεφανόπουλου. Ανέφερε συνάντηση Τούμπα – Τσαγλαγιαγκίλ το Δεκέμβρη του 1966. Καταθέτει ότι: «(…) η Τουρκία εφέρετο αποδεχόμενη την Ενωση με αντιπαροχή τη βάση της Δεκέλειας που θα παραχωρούσαν οι Άγγλοι».

Ακόμη ότι το Συμβούλιο του Στέμματος στις 6/2/1967 αποφάσισε να συνεχιστεί ο διάλογος. Εμφανίζει ότι στην Κεσάνη η Τουρκία υπαναχώρησε.

Το κυπριακό Πόρισμα σωστά αναφέρει σχετικά με την πρόταση των ελληνικών κυβερνήσεων (προδικτατορικής και χουντικής) ότι «η δικαιολογία κατάλυσης της κυπριακής ανεξαρτησίας με την προώθηση της παραπάνω πρότασης ήταν η αποτροπή προσχώρησης της Κύπρου στο “σιδηρούν παραπέτασμα”». Μάλιστα, ο Τσαγλαγιαγκίλ αποκάλυψε ότι ο Τούμπας ανέφερε πως η Ελλάδα είχε τη δύναμη να επιβληθεί του Μακαρίου σε περίπτωση άρνησής του.

Στην Κεσάνη, σύμφωνα με τον Κόλλια, οι Τούρκοι αντιπρότειναν διχοτόμηση ή καντόνια και η συνάντηση απέτυχε. Ο ίδιος ο Παπαδόπουλος κατέθεσε ότι ο Μακάριος δεν ενημερώθηκε για το θέμα της συνάντησης «γιατί αυτός ενδιαφερόταν για την ανεξαρτησία της Κύπρου». Επομένως τα δραματικά γεγονότα του 1974 δεν ήταν κεραυνός σε ξάστερο ουρανό…

Παναγιώτης ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, μέλος της Ειδικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων της Βουλής για τον «Φάκελο της Κύπρου» (Κ.Κ.Ε)

Related Articles

Stay Connected

567ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ