ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ Ο ΑΓΑΘΟΣ ΔΑΙΜΩΝ…

18-11-2025, Ω/18:30΄

Ήταν γιος του τραπεζίτη Ικέσιου από τη Σινώπη. Στις αρχές του 4ου π.χ αι, ο πατέρας του παραχάραξε τα νομίσματα του τόπου του, είτε τον βοήθησε ο γιος του σε αυτό όπως ισχυριζόταν ο φιλόσοφος Ευβουλίδης. Αμφότεροι καταδικάστηκαν ο πατέρας σε ισόβια κάθειρξη και ο Διογένης σε εξορία. Κατά τη δίκη ο Διογένης υπερασπίστηκε τον εαυτό του επιρρίπτοντας ευθύνες στο Μαντείο των Δελφών, που του είχε πει: «Γύρνα σπίτι σου και δώσε νέους θεσμούς στον τόπο σου» κι εκείνος μες την αβεβαιότητά του έκανε την αρχή προτείνοντας καινούργια νομίσματα. Όταν άκουσε την ποινή αναφώνησε: «Εάν οι Σινωπείς με καταδίκασαν σε εξορία, εγώ τους καταδικάζω να μείνουν στην πατρίδα». Στην Αθήνα, συνάντησε τον Αντισθένη και προσχώρησε αμέσως στη σχολή των κυνικών. Εκείνος όταν κατάλαβε πως ο μαθητής του ήταν αποφασισμένος να τον ακολουθήσει στα πέρατα του κόσμου, τον απείλησε με το μπαστούνι για να φύγει. Ο Διογένης, χωρίς καθόλου να φοβηθεί, έσκυψε κι άλλο το κεφάλι και είπε: «Χτύπησέ με Αντισθένη, να ξέρεις όμως ότι δεν θα βρεις κανένα ξύλο τόσο σκληρό ώστε να με απομακρύνει». Κατά τη μαθητεία του αποφάσισε να αποβάλει την ανάγκη των έξω αγαθών και να κάνει πράξη την αυτάρκεια. Κάποτε, ταξιδεύοντας προς την Αίγινα τον συνέλαβε ο πειρατής Σκάρπαλος, τον οδήγησε στην Κρήτη και τον πούλησε στο σκλαβοπάζαρο. Όταν ο κήρυκας τον ρώτησε τι ξέρει να κάνει, εκείνος απάντησε: «Να κυβερνώ τους ανθρώπους». Κι όταν ο Ξενιάδης, ένας κύριος με κοσμήματα από την κορυφή ως τα νύχια, τον κοιτούσε με ενδιαφέρον πρόσθεσε: «Πούλησέ με σε αυτόν τον φουκαριάρη, αφού έτσι στολισμένος που είναι , νομίζω πως χρειάζεται επειγόντως αφεντικό». Ο Ξενιάδης τον αγόρασε και ο Διογένης παρέμεινε σπίτι του ως εκπαιδευτής των παιδιών του μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο ίδιος δεν ένιωσε ποτέ σκλάβος κι ό,τι ανέλαβε να πράξει το έκανε τόσο τέλεια ώστε ο Ξενιάδης συνήθιζε να λέει πως στο σπίτι του είχε μπει ένας αγαθός δαίμων.

Ο Διογένης ήταν βέβαιος πως ο άνθρωπος ήταν προικισμένος από τη φύση με όλα όσα χρειαζόταν για να ζήσει, όχι όμως τις περιττές. Οι πρωταρχικές του ανάγκες είχαν μειωθεί στο ελάχιστο. Ένας μανδύας για ρούχο και κρεβάτι χειμώνα καλοκαίρι, ένα τγσουκάλι για να τρώει και μια κοτύλη για να πίνει. Πίστευε, επίσης, πως καμιά σωματική ανάγκη δεν είναι ανήθικη αφού η φύση τις δημιουργεί όλες. Θεωρούσε τον εαυτό του πολίτη του κόσμου και εκ πεποιθήσεως δεν έκανε δική του οικογένεια. Ετοιμόλογος και ευφυής, απαντούσε με σκωπτικό τρόπο καυτηριάζοντας τα κακώς κείμενα της κοινωνίας. Αναρωτιόταν γιατί οι µαθηµατικοί παρατηρούσαν τον ήλιο και την σελήνη ενώ παρέβλεπαν τα ζητήµατα µέσα τους και γύρω τους. • Θύµωνε µε αυτούς που θυσίαζαν στους θεούς για να έχουν καλή υγεία και από την άλλη έτρωγαν υπερβολικά. Επέπληττε τους ανθρώπους για τις προσευχές τους, λέγοντας ότι ζητούσαν µάλλον αυτά στα οποία οι άνθρωποι απέδιδαν αξία και όχι αυτά που ήταν πραγµατικά ωφέλιµα για αυτούς.Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει πως στη μάχη της Χαιρώνειας συνελήφθη και τον οδήγησαν στον Φίλιππο. Όταν εκείνος τον ρώτησε ποιος είναι, ο φιλόσοφος απάντησε «κάποιος που παρατηρεί την απληστία σου». Είναι επίσης γνωστή η συνάντησή του με τον Μ. Αλέξανδρο όταν ο βασιλιάς διέσχιζε έφιππος ένα δρόμο της Κορίνθου και τον είδε καθισμένο στις σκάλες του Κρανείου (Γυμνασίου της Κορίνθου), να απολαμβάνει τον ήλιο. Ο Μ. Αλέξανδρος του συστήνεται το ίδιο και ο Διογένης, και στην ερώτηση του στρατηλάτη αν τον φοβάται ο Διογένης απαντά: «και τι είσαι; Καλό ή κακό»; Αντί απάντησης ο Αλέξανδρος τον ρωτά τι χάρη θέλει να του κάνει και ο Διογένης απαντά: «Αποσκότησων με». Βγάλε με δηλαδή από το σκότος, την λήθη, και δείξε μου την αλήθεια.

Οι σχέσεις του με τον Πλάτωνα δεν ήταν οι καλύτερες. Έκρινε την πλατωνική συζήτηση «σκέτο χάσιμο χρόνου» και ο Πλάτωνας τον χαρακτήριζε «αποτρελαμένο Σωκράτη». Σε μια φιλοσοφική σύγκρουση μεταξύ των δυο, τέθηκε υπό συζήτηση η θεωρία των ιδεών. «Βλέω στο δωμάτιο αυτό ένα τραπέζι και έναν κύαθο» (ένα τύπο πήλινου αρχαιοελληνικού αγγείου με ζωγραφιές), είπε ο Διογένης κοιτώντας γύρω του «αλλά δεν νομίζω να βλέπω ούτε την «τραπεζότητα» ούτε την «κυαθότητα». Σωστά τα λες, απάντησε ο Πλάτωνας «αφού δεν έχεις την απαιτούμενη νόηση για να διακρίνεις τις ιδέες, παρά μόνο βλέπεις το τραπέζι και τον κύαθο». Ο Διογένης θεωρούσε τον Πλάτωνα ματαιόδοξο, επειδή είχε ωραίο σπίτι με όμορφα πράγματα, έτσι μια μέρα που έβρεχε μπήκε με λασπωμένα πόδια , ποδοπάτησε τις κεντημένες κουβέρτες και τα χαλιά του, ύστερα βγήκε έξω ξανά στις λάσπες και έκανε το ίδιο για άλλη μια φορά. «Ποδοπατώ την ματαιοδοξία σου» ούρλιαξε ο Διογένης. «Με άλλη τόση ματαιοδοξία», απάντησε ο Πλάτωνας.  Επίσης δεν του έλειπε το χιούμορ. Μια μέρα, παρακολουθώντας την προπόνηση ενός ανίκανου τοξότη, πήγε και κάθισε ακριβώς δίπλα στο στόχο. « Αυτή είναι η μοναδική θέση που νιώθω ασφαλής» είπε. Ο Διογένης τελείωσε τη ζωή του στην Κόρινθο, ίσως την ίδια μέρα που πέθανε ο Μ. Αλέξανδρος.  Ήταν τότε ενενήντα χρόνων και λέγεται πως κράτησε την αναπνοή του για να πεθάνει. Άλλοι ισχυρίζονται πως πέθανε επειδή έφαγε ωμό χταπόδι, ή από δάγκωμα σκυλιού. Τον έθαψαν οι φίλοι του στην Κόρινθο, κοντά στην πύλη που οδηγούσε στον Ισθμό. Έστησαν στη µνήµη του µια κολώνα πάνω στην οποία τοποθέτησαν έναν σκύλο από µάρµαρο της Πάρου. Ενώ οι συµπατριώτες του από την Σινώπη τον τίµησαν µε ορειχάλκινα αγάλµατα, κοντά στη γιγάντια κολώνα µε τον σκύλο πάνω στα οποία χάραξαν την ακόλουθη επιγραφή: «Ο χρόνος κάνει ακόµα και τον χαλκό να παλιώνει, αλλά τη δόξα σου, ω ∆ιογένη, η αιωνιότητα ποτέ δεν θα καταστρέψει. ∆ιότι εσύ µόνος δίδαξες στους θνητούς το µάθηµα της αυτάρκειας και το πιο εύκολο µονοπάτι της ζωής».

Φίλες και φίλοι, ο Διογένης πίστευε πως ο άνθρωπος είναι προικισμένος από τη φύση με όλα όσα χρειάζεται και δεν έχει ανάγκη τα περιττά. Δεν ήταν αρνητής για την άρνηση, ούτε για να ξεχωρίσει με την «τρέλα» του. Ζούσε ο ίδιος όπως δίδασκε. Απεχθανόταν τα πλούτη και την πολυτέλεια διότι θεωρούσε ότι υποδουλώνουν τον άνθρωπο σε πλαστές  ανάγκες και επίσης πίστευε πως με την άσκηση του σώματος, την οποία τηρούσε με στρατιωτική πειθαρχία,  οι φυσικές ανάγκες  δαμάζοντας χαρίζοντας στον άνθρωπο αυτάρκεια. Τόνιζε επίσης πως η ετοιμότητα του ανθρώπου πως οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να πεθάνει, είναι αυτή που τον κρατά πραγματικά ελεύθερο. Δίδασκε και το υιοθετούσε ο ίδιος, πως για να φτάσει κανείς στην Αρετή πρέπει να περιφρονήσει πολλές απολαύσεις. Κι επίσης πως η κοινωνική άνοδος είναι ασυμβίβαστη με την καλοσύνη και την αλήθεια.

Προκλητικός, εκκεντρικός, σκωπτικός, ασκητής, έπραττε όπως δίδασκε και έζησε όπως ήθελε. Κι ακριβώς επειδή ζούσε σύμφωνα με τις αρχές του οι συμπολίτες του τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους τάξη. Ήταν ο Μ. Αλέξανδρος που πήγε κοντά του και όχι το αντίθετο όπως συνηθιζόταν. Για να ακούσει τη συμβουλή που ζήτησε από τον Διογένη: «Εάν κατακτήσεις όλη την Ευρώπη και δεν ωφελήσεις τον λαό, τότε δεν είσαι ωφέλιμος. Εάν κατακτήσεις όλη την Αφρική και την Ασία και δεν ωφελήσεις τον λαό, πάλι δεν είσαι ωφέλιμος. Ακόμα και εάν περάσεις τις στήλες του Ηρακλέους και διανύσεις όλο τον ωκεανό και κατακτήσεις αυτή την ήπειρο που είναι μεγαλύτερη της Ασίας και δεν ωφελήσεις τον λαό, πάλι δεν είσαι ωφέλιμος γιατί δεν ωφελείς το σύνολο».

Σας ευχόμαστε ένα όμορφο βράδυ και μια θαυμαστή εβδομάδα.

ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΗΓΕΣ: ΑΜΑΛΙΑ ΜΕΓΑΠΑΝΟΥ «Πρόσωπα κι Άλλα Κύρια Ονόματα», ΛΟΥΤΣΙΑΝΟ ΝΤΕ ΚΡΕΣΕΝΤΣΟ «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας», zotiko.gr

Related Articles

Stay Connected

567ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ