05-05-2025, Ω/22:55′
Ματωμένη Πρωτομαγιά 1944, Σκοπευτήριο Καισαριανής
Ξημέρωνε Πρωτομαγιά…
Οι κρατούμενοι Χαϊδαρίου λες και μυρίστηκαν τον θάνατό τους. Από νωρίς το απόγευμα αποχαιρετίζονταν με τραγούδια και χορό. Ένα ολόκληρο στρατόπεδο, μέσα από τα καγκελωτά παραθύρια, κραύγαζε ολονυχτίς συνθήματα και παρηγοριά. «Καλή αντάμωση, αδέλφιααα».
Τον θάνατο τον αντίκριζαν με ένα περίεργο σθένος που δεν ικέτευε χαριστήρια αλλά αντιλαμβανόταν τη θυσία ως πανανθρώπινη διακονία. Αγκαλιαστήκανε και πιαστήκανε ο ένας από το χέρι του αλλουνού. Κάμποσοι με δάκρυα αποχαιρετισμού, άλλοι με βλέμμα μεθυστικής έκστασης, άλλοι με πρόσωπα αποστολικής πληρότητας. Χόρευαν ηπειρώτικα, τσάμικα, ποντιακά, κρητικά…
Μια έκφραση ελευθερίας που έρχεται από τα βάθη των αιώνων, λες και είναι κυτταρικό χαρακτηριστικό του Ρωμιού να θυσιάζεται με τέρψη και κυκλωτικό χορό… Όπως εκείνος ο συρτός στα γκρέμνια του Ζαλόγγου, όπως εκείνο το τσάμικο πριν την έξοδο του Μεσολογγίου, όπως το τραγούδι της τάβλας πριν το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων.
Το ξημέρωμα από τα μεγάφωνα άρχισαν να διαβάζονται αργά και καθαρά τα ονόματα των μελλοθάνατων.
Τα καμιόνια βάλαν μπρος τις μηχανές. Δέκα φορτηγά φορτωμένα με τους διακόσους ξεκίνησαν το οδοιπορικό προς το Σκοπευτήριο. Στον δρόμο φώναζαν συνθήματα και πετούσαν πληθώρα από σημειώματα και ρούχα, δίνοντας στη θυσία τους μια θέση ονοματεπώνυμης ύπαρξης. Τα σημειώματα δεν ήταν ούτε δακρύβρεχτα ούτε παρακαλετά. Είχαν μια γραφή ηρωισμού, ξεσηκωμού, και ενός σιγαλού αντίου. Σαν λίπασμα από μερικές αράδες που πέσανε στη αθηναϊκή γη για να ψηλώσουν και να γιατρέψουν ανάστημα και σωθικά.
Τα φορτηγά φτάσανε στο Σκοπευτήριο στις δέκα το πρωί. Θα εκτελούνταν κατά εικοσάδες. Στον τοίχο οι πρώτοι είκοσι είχανε ήδη στηθεί. Τα σιδερένια τρίποδα με τα πολυβόλα τοποθετήθηκαν αντίκρυ των αγωνιστών. Οι πρώτοι μελλοθάνατοι φωνάξαν «Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η Λευτεριά». Οι Γερμανοί δίνουν το πυρ της πρώτης ομοβροντίας. Ο τοίχος σείστηκε από τις σφαίρες.
Από τα ταρατσάκια άκουγες ουρλιαχτά, κλάματα και κατάρες. Ακολούθησαν οι επόμενοι και οι επόμενοι. Πριν εκτελεσθούν τους υποχρέωναν να φορτώνουνε τους προηγούμενους νεκρούς στα φορτηγά. Μέσα σε λίμνη αίματος γονάτιζαν δίπλα από τα πτώματα των συντρόφων, που κάποια σπαρτάραγαν την τελευταία τους πνοή. Σκύβανε πάνω τους σαν προσκυνητές. Με τα δυο τους χέρια βάσταγαν στοργικά το κεφάλι και φύλαγαν το μέτωπο όπως νεκροφιλείς δικό σου άνθρωπο. Ύστερα τους παίρνανε αγκαλιά με ευλάβεια και τους μεταφέρνανε με προσοχή στα φορτηγά. Οι καμπάνες του συνοικισμού άρχισαν να βαρούν πένθιμα. Οι φωνές και τα τελευταία λόγια των μελλοθάνατων τρυπούσαν αγέρα και καρδιές. Ακούστηκαν ονόματα γυναικών με συρτά σπαραχτικά «θα σ’ αγαπώ για πάντα». Ντελάλησαν αναστεναγμοί προς τη δόλια μάνα και πνιχτά κουράγια προς τον πατέρα. Βροντοφωνάχτηκε η λευτεριά σαν να γραφότανε μια παντοτινή νίκη. Μέχρι τις δώδεκα το μεσημέρι είχαν τουφεκιστεί και οι διακόσοι. Ο Σουκατζίδης πριν τον θερίσουνε οι σφαίρες αναφώνησε ένα πατριωτικό «Χαίρε Ελλάδα» και ένα στερνό «Αντίο, Χαρούλα μου»…
Τα καμιόνια βάλανε μπρος και εξαφανίστηκαν. Τρέξαμε ξοπίσω μπας και πάρουμε πίσω τους νεκρούς μας. Πέπλωσε σιωπή. Την τρύπησε μονάχα ο Εθνικός Ύμνος που σπαράζαμε. Ξεχυθήκαμε στα περιβόλια, στους αγρούς και φορτωθήκαμε αγκαλιές από λουλούδια. Πήραμε κλωστή και κληματόβεργες για να κεντήσουμε στεφάνια από φύλλα ελιάς, γαρούφαλλα και δάφνες. Όπου υπήρχε αίμα αδειάσαμε κι ένα κοφίνι. Ο τοίχος και το χώμα του Σκοπευτηρίου σφουγγίστηκε από ανοιξιάτικα άνθη και σκεπάστηκε από πρωτομαγιάτικα στεφάνια…
Χάραμα Καισαριανής, εκδόσεις Μετρονόμος
(fb) Το σεντούκι της ζωής/Χρήστος Ζουλιάτης
{ Αφιέρωμα στην κόκκινη Πρωτομαγιά }
