20-01-2-26, Ω:19:30′
Ο Αρίστιππος, παρόλο που γεννήθηκε στην Αφρική παρέμεινε πάντα Έλληνας: η πόλη που γεννήθηκε, η Κυρνήνη, είχε ιδρυθεί κανα δυο αιώνες πρωτύτερα από Έλληνες αποίκους της Θήρας. Σύμφωνα με τον Πίνδαρο, η οικογένειά του ήταν η πλουσιότερη και η πιο αρχοντική της Λιβύης. Ο ηδονιστής, όπως θα δούμε πιο κάτω, είχε γεννηθεί στην πολυτέλεια. Σε κάποιο ταξίδι του για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Ελλάδα, έμαθε για τον Σωκράτη και τη διδασκαλία του. Πριν όμως συναντήσει το Σωκράτη είχε ήδη συναναστραφεί τους σοφιστές και ιδίως τον Πρωταγόρα. Του άρεσε η καλοζωία και, προκειμένου να την εξασφαλίσει, ζητούσε αμοιβή ανάλογη με τις ικανότητές του. Στον πατέρα ενός μαθητή που είχε διαμαρτυρηθεί για την ετήσια αμοιβή του λέγοντας «Πεντακόσιες δραχμές! Μα με πεντακόσιες δραχμές αγοράζω δούλο!», εκείνος απάντησε: «Να τον αγοράσεις αυτόν τον δούλο, κι έτσι αργότερα θα έχεις δυο. Το γιο σου κι αυτόν που αγόρασες!». Η ταρίφα του διαφοροποιούνταν ανάλογα με την ικανότητα των μαθητών: στους εξυπνότερους έκανε έκπτωση και στους πιο ανόητους ζητούσε επιπλέον αμοιβή.
Απέναντι στους άλλους ήταν σνομπ. Σε κάποια τρικυμία φοβήθηκε τόσο πολύ που έτρεμε σύγκορμος και κάποιος συνταξιδιώτης του του είπε: «Περίεργο που ένας φιλόσοφος φοβάται τόσο πολύ το θάνατο, ενώ εγώ, που σοφός δεν είμαι, δεν νιώθω φόβο» . Η απάντηση του Αρίστιππου ήταν άμεση: «Πας να συγκρίνεις τη ζωή μου με τη δική σου; Εγώ τρέμω για τη ζωή του Αρίστιππου, εσύ για τη ζωή ενός τιποτένιου!». Σε περίπτωση ανάγκης θα μπορούσε να ζήσει φτωχικά. Κάποτε, βγαίνοντας από τα δημόσια λουτρά, φόρεσε το βρώμικο και ξηλωμένο μανδύα του Διογένη. Ο Διογένης, βέβαια, προτίμησε να βγει έξω γυμνός, παρά να φορέσει τον πορφυρό μανδύα του Αρίστιππου, ο οποίος βέβαια ήταν διαφορετικός από άλλους φιλοσόφους στο θέμα της ανεξαρτησίας, κάτι που το πιστοποιεί και ο Οράτιος: «Προτιμώ τον Αρίστιππο, που φορά με άνεση και τους δυο μανδύες». Κάποτε, μαζί με τον Πλάτωνα βρίσκονταν στην αυλή του Διονύσιου, όταν ο τύραννος τους παρότρυνε να μεταμφιεστούν με γυναικεία ρούχα.
Ήταν ετοιμόλογος και η γλώσσα του ήταν καυστική. Για αυτόν σημαντικοί δεν ήταν όσοι ήξεραν πολλά (με άλλα λόγια όσοι ήταν κινητές βιβλιοθήκες γνώσεων), αλλά όσοι ήξεραν τα χρήσιμα – όσοι δηλαδή γνώριζαν από φιλοσοφία. Αυτοί λοιπόν που κατείχαν μόνο εγκύκλια γνώση, τους παρομοίαζε με τους μνηστήρες της Πηνελόπης που κατάφεραν να αποκτήσουν σχέσεις με τις υπηρέτριές της, αλλά ποτέ με την ίδια. Είχε την μοναδική ικανότητα να προσαρμόζεται τόσο σε καταστάσεις όσο και σε οποιοδήποτε περιβάλλον. Έτσι κάποιος θα μπορούσε να τον δει με την ίδια άνεση να κυκλοφορεί τόσο με τα καλύτερα ενδύματα, όσο και με κουρέλια. Θεωρούσε δηλαδή ότι την εσωτερική σου αξία δεν μπορεί να σου την αφαιρέσει κανένας εξωτερικός παράγοντας. Από την άλλην όμως δεν έβρισκε κανέναν λόγο αρκετά σημαντικό ώστε να μην προσφέρει το καλύτερο δυνατό στον εαυτό του από πλευρά πολυτέλειας. Με άλλα λόγια η φιλοσοφία του ήταν καθαρά ηδονιστική και ευδαιμονική. Ο Αρίστιππος πρέσβευε ότι «Αρετή είναι μια όσον το δυνατόν πιο έντονη στιγμιαία ηδονή», χωρίς να τον νοιάζει από πού προέρχεται. Πάντως υπάρχει ο κίνδυνος η ηδονή να μετατραπεί σε οδύνη αν επικρατήσει το παράλογο πάθος. Για αυτό άλλωστε είναι καίριας σημασίας η γνώση – φρόνηση που παρέχεται από την σωστή παιδεία και την φιλοσοφία. Παραδέχεται λοιπόν μόνο δύο αισθήματα: τον πόνο και την ηδονή. Ο Αρίστιππος δήλωνε ότι διαθέτει τέτοια εσωτερική ισορροπία, ώστε μπορούσε να διασχίσει άφοβα τα πελάγη του πλούτου, της εξουσίας, ή του έρωτα. Όταν τον κατηγορούσαν ότι συναναστρέφεται την εταίρα Λαϊδα, έλεγε: «Την κατέχω, αλλά δεν κατέχομαι από αυτήν. Δεν είναι ντροπή να μπαίνεις στο σπίτι της. Ντροπή είναι να μην μπορείς να βγεις). Και η Λαϊδα, βέβαια, κατείχε την γνώση του marketing από τότε. Δεν του έπαιρνε λεφτά, γιατί τον θεωρούσε την καλύτερη διαφήμιση, ενώ από το φτωχό Αντισθένη ζητούσε, (όπως μας διαβεβαιώνει ο συγγραφέας και γραμματικός Αύλιος Γέλλιος), το πελώριο ποσόν των δέκα χιλιάδων δραχμών!
Φίλες και φίλοι, για τον Αρίστιππο, η ηδονή χρειάζεται φρόνηση. Μόνο με τη γνώση γινόμαστε ευτυχείς. Η γνώση απαλλάσσει τον άνθρωπο από προλήψεις, θρησκοληψίες και πάθη. Διδάσκει στον άνθρωπο πώς να επωφελείται από τα αγαθά της ζωής. Η γνώση δίνει σιγουριά στον άνθρωπο που την κατέχει και εξαιτίας αυτής της σιγουριάς δεν κατέχεται από την ύλη. Η σκέψη του επικεντρώνεται να μπορείς να ζεις «τη στιγμή που φεύγει» . Οι περισσότεροι άνθρωποι, ανάλογα με την ηλικία τους, ανέχονται την ύπαρξή τους είτε χρονοτριβώντας στις αναμνήσεις του παρελθόντος, είτε με το να γραπώνονται στο μέλλον. Λιγοστά ανώτερα όντα (για τον Αρίστιππο) κατορθώνουν να ζήσουν βιώνοντας το παρόν. «Η ηδονή είναι ένα αεράκι, η οδύνη μια θύελλα, η καθημερινή ζωή μια ενδιάμεση κατάσταση που μπορεί να συγκριθεί με τη νηνεμία». Για να προσεγγίσουμε καλύτερα την κυρηναϊκή σκέψη, ας πάρουμε τον Ηράκλειτο, τον Αρίστιππο και τον Πιραντέλο, κι ας βγάλουμε μια θεωρία: ο χρόνος αποτελείται από στιγμές, καθεμιά διαφορετική από την άλλη, κι ακόμη και ο άνθρωπος δεν είναι πάντα ο ίδιος στη διάρκεια της ζωής. Ζω, συνεπώς, σημαίνει αδράχνω τη σωστή στιγμή με τη σωστή ψυχική διάθεση, παραμένοντας παντού ένας ξένος.
Στα χρόνια του ο Αρίστιππος, προκάλεσε την αντιπάθεια των φιλοσόφων. Ο Πλάτωνας δεν τον άντεχε, ο Αισχίνης τσακωνόταν διαρκώς μαζί του, ο Διογένης τον θεωρούσε εχθρό της αρετής, και αργότερα οι πατέρες της Εκκλησίας του έκαναν κατά μέτωπο επίθεση. Ίσως γιατί αυτή τη «φιλοσοφία του παρόντος», ελάχιστοι διανοούμενοι την αποδέχτηκαν. Σημαδεμένη με το στίγμα «εμείς νάμαστε καλά», έγινε συνώνυμη της ηθικής και πολιτικής αδιαφορίας, και σαν τέτοια δεν μπορεί να χρησιμεύσει για το μετασχηματισμό της κοινωνίας. Κάποιοι, όμως, θεωρούν τον Αρίστιππο ως τον σωκρατικότερο των σωκρατικών, ακριβώς για την ολοκληρωτική του ανεξαρτησία απέναντι στα προβλήματα της ζωής. Αν για τους κυνικούς «ελευθερία» σήμαινε να αρκείσαι σε λίγα για να μην υποδουλωθείς στις ηδονές, για τους κυρηναϊκούς είναι «μεγαλύτερη ελευθερία» το να μπορείς να διασχίζεις τις ηδονές της ζωής χωρίς να σε παγιδεύουν.
Άραγε πόσους από μας δεν μας απασχολεί το παρελθόν ή το μέλλον; Πόσοι από μας δεν συνειδητοποιούμε το απλό «αυτή τη στιγμή τίποτα κακό δεν μου συμβαίνει, οι άνθρωποι που αγαπώ είναι καλά, είμαι ευτυχισμένος»;
Σας ευχόμαστε ένα όμορφο βράδυ και μια θαυμαστή εβδομάδα!
ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΗΓΕΣ: ΛΟΥΤΣΙΑΝΟ ΝΤΕ ΚΡΕΣΕΝΤΟ «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας», ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ «Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή», evprattein.gr
