03-11-2026, Ω/15:35′
Τι θα έλεγε ο πατέρας σου, Στηβ Γιατζόγλου, εάν μπορούσε να σε δει αγκαλιά με τις σβάστικες, από εκεί ψηλά όπου ξεκουράζεται;
Διάβασα τις προάλλες στο Facebook μία ανάρτηση σχετικά με την ομιλία του Κασιδιάρη στη Θεσσαλονίκη και μου γύρισαν τα μάτια ανάποδα. «Εκλεκτός εκπρόσωπος του μπασκετικού γίγνεσθαι προλόγισε την εκδήλωση», έγραφε, βλαστημώντας για την κατάντια της αθλητικής κοινότητας. Στην αρχή υποψιάστηκα τον Βαγγέλη Λιόλιο, αλλά όχι, αυτός δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα να τον πουν ναζιστή και εξάλλου βρίσκεται στη φυλακή, στο ίδιο κελί λέει με τον γιατρό που (κατηγορείται ότι) δολοφόνησε τον Μαζωνάκη.
Με τα πολλά, το γέρικο μυαλό μου λειτούργησε και θυμήθηκε το όνομα του παλαίμαχου μπασκετμπολίστα που είχε πάρε δώσε με την εγκληματική οργάνωση αυγή και μάλιστα διεκδίκησε θέση βουλευτή ως επιφανής χρυσαυγίτης. Δεν χρειάστηκε συνεπώς να ανοίξω τη φωτογραφία που συνόδευε την ανάρτηση με κίνδυνο να κολλήσει ο υπολογιστής μου κανέναν ιό, ούτε να αναζητήσω βίντεο.

Πρόκειται για τον Ελληνοαμερικανό Στηβ Γιατζόγλου, 115 φορές διεθνή με την Εθνική Ελλάδας, τον οποίο γνώρισα προσωπικά (ως προπονητή του Ολυμπιακού, του Άρη και άλλων ομάδων) τα πρώτα χρόνια μου στο μετερίζι στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τον συμπάθησα αρκετά, μη σας πω ότι γίναμε και φίλοι. Εγώ τότε ήμουν μέσα μου ίδιος κι απαράλλαχτος όπως είμαι τώρα. Ο Στηβ, πάλι, όχι.
Απογοητευμένος και εκνευρισμένος για το αμετανόητο και για το ακατανόητο του ανδρός, κάθισα και έγραψα το παρακάτω κείμενο για την ιστοσελίδα Sportagon. Το παραθέτω εδώ, αφιερωμένο σε όσους αναρωτιούνται σε τι είδους ώμους κάθονται οι Κασιδιάρηδες για να φαίνονται ψηλότεροι απ’ ότι είναι.
Απολαύστε υπεύθυνα:
Με τους μαχαιροβγάλτες
Γεννιέσαι μεταπολεμικά σε έναν ξένο και αφιλόξενο τόπο, γιος μεταναστών από χώρα πάμπτωχη. Μεγαλώνεις με στερήσεις και θυσίες, σκληραίνεις το δέρμα σου στους δρόμους, βιώνεις τις διακρίσεις στο πετσί σου, καταλαβαίνεις τι εστί απόκληρος και αποσυνάγωγος. Από κάποιο καπρίτσιο της τύχης, ανακαλύπτεις ότι έχεις ταλέντο στον αθλητισμό, σου έδωσαν οι θεοί κορμί γερό δυο μέτρα μπόι, οπότε καβαλάς ένα αεροπλάνο, επιστρέφεις στην πατρίδα των γονιών σου, υιοθετείς ξανά το πατρικό επώνυμο, αφήνεις τη μιζέρια πίσω σου. Και τι καταλαβαίνεις από όλα αυτά;
Καταλαβαίνεις ότι «πατριωτισμός» είναι ο εγκληματικός εθνικισμός. Και δανείζεις την όποια αίγλη του όνοματός σου σε φονιάδες, σε τραμπούκους, σε μαχαιροβγάλτες, στους τρομοκράτες της κοινωνίας. Στους αληταράδες που κυνηγάνε ανυπεράσπιστους μετανάστες, ίδιους κι απαράλλαχτους με αυτό που ήσουν εσύ στα νιάτα σου. Στην αρχή νόμιζες ότι δεν είναι κακοποιοί αλλά πατριώτες, οπότε σου προσφέραμε το άλλοθι της αγαθοσύνης, εμείς που σε γνωρίζουμε και κατά βάθος σε θεωρούμε καλό παιδί. Αλλά τώρα δεν είμαστε πια στην αρχή.
«Εάν καταδικαστούν για όλα αυτά που τους αποδίδονται, δεν θα τους ξαναπλησιάσω», υποσχέθηκες κάποτε. Καταδικάστηκαν. Πήγαν φυλακή. Αποδείχθηκαν εγκληματική οργάνωση. Εξοστρακίστηκαν στο περιθώριο της κοινωνίας. Ώσπου, πέρασαν τα χρόνια και βγήκαν από τα κελιά. Εσύ, που «δεν ήξερες», ήσουν από τους πρώτους που ξανάστρωσαν το γκρίζο χαλί και έβαλαν πλυντήριο για να ξεπλύνουν τα εγκλήματα.
Σαν να μην έφτανε αυτό, προσφέρθηκες να προλογίσεις την ομιλία του φυλακόβιου, μόλις αυτός ξεχύθηκε ανανεωμένος στα χαρακώματα για να συσπειρώσει τους λεβέντες με τις σβάστικες. Το είδες κι εσύ ότι έχει τατουάζ στα χέρια του ναζιστικό «μαίανδρο», αλλά τον πέρασες για ελληνική σημαία. Το ξέρεις καλά ότι μισεί τους σκούρους και τους Εβραίους αλλά ξέχασες ότι Εβραία ήταν και η μάνα που σε γέννησε, μαύροι και Λατίνοι οι καλύτεροι φίλοι σου στην Αμερική. Η ξανθιά κόμη σου ανέμισε στο βήμα και το όνομά σου μπορεί μεθαύριο να «κοσμήσει» ξανά κάποιο φαιόχρουν ψηφοδέλτιο. Δεν θα είναι δα η πρώτη φορά.
Σε λένε Στυλιανό Γιατζόγλου, για τους ελάχιστους πια φίλους «Στηβ». Στο Νιου Γιορκ Σίτι σε έλεγαν Γιανγκ, αλλά δεν είσαι πλέον νέος. Δεν ξέρω τι είδους υστεροφημία ονειρευόσουν και τι ψυχή θα παραδώσεις, αλλά στα 77 σου χρόνια έκανες το μπάσκετ να ντρέπεται για σένα. «Δεν χτυπάει πια το τηλέφωνό μου», παραπονέθηκες. Όταν χτυπάει, σου λένε καλημέρα με προφορά όχι μπρούκλικη, σαν τη δική σου, αλλά γερμανική όπως τα ελληνικά που μιλούσαν οι ταγματασφαλίτες. Αυτοί που σε αποθεώνουν τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν όταν η ελληνική κοινωνία έξυσε τον πάτο του βαρελιού.
Από εκεί ξεπήδησε ο απόγονος των δωσίλογων Κασιδιαραίων του Πειραιά, από εκεί και οι ακόλουθοί του. Την επόμενη φορά που θα βρεθείς σε συγκέντρωση παλαιμάχων αθλητών του Ολυμπιακού, παλιέ μου φίλε Στυλιανέ, ρώτα να μάθεις για τον Νίκο Γόδα. Εάν παρ’ ελπίδα η θυσία του σε αγγίξει, να ξέρεις ότι οι πρόγονοι του κατάδικου αυλάρχη τον οποίο προλόγισες ήταν ανάμεσα σε κείνους που τον κατέδωσαν στο Μπλόκο της Κοκκινιάς.(Β.Κ: Σύμφωνα με τις σχετικές ιστορικές αναφορές, ανάμεσα στους καταδότες που συνέβαλαν στη σύλληψή του ήταν τα αδέλφια Λουκάς και Δημήτρης Κασιδιάρης, γνωστοί συνεργάτες των κατακτητών στην περιοχή των Μανιάτικων του Πειραιά).

Εσύ γεννήθηκες πέντε χρόνια αργότερα και πρωτοήλθες στην Ελλάδα όταν είχαμε χούντα, το 1972. Ούτε τα τανκς του Πολυτεχνείου πρόσεξες ούτε τίποτε. Ήσουν απασχολημένος με το μπάσκετ, σαν εκείνο τον μεγαλόσχημο παπά που είχε αφοσιωθεί στις σπουδές του και δεν κατάλαβε ότι είχαμε δικτατορία. Εάν τα ερωτευμένα 19χρονα του Tik Tok μπορούν να προφασιστούν ότι δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται, εσύ δεν δικαιολογείσαι να θαυμάζεις τα μούσκουλα και τα πιστόλια. Ο Σαχζάτ Λουκμάν, που δολοφονήθηκε από Χρυσαυγίτες στους δρόμους της Αθήνας, ήσουν κάποτε εσύ.
Σκαρφάλωσε στο πλοίο
Προτού καλά καλά στεγνώσει το μελάνι της δημοσίευσης, ο φίλος Π.Αλ. από το Instagram μου έστειλε προσωπικό μήνυμα για να μου αποκαλύψει λεπτομέρειες από το παρθενικό ταξίδι του πατέρα Γιατζόγλου προς την Αμερική, φευγιό στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα και καύσιμο τη φτώχεια, όπως τις διέσωσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες του:
«Η στενοχώρια μου για τον Στηβ είναι απίστευτη και μας συνδέει και μια ιδιαίτερη ιστορία με την οικογένειά μου. Ευτυχώς που δε ζει η γιαγιά μου, που κάποτε ήταν περήφανη για αυτόν. Η οποία γιαγιά, γεννημένη το 1934, είχε συμμετοχή στη “μάχη της παράγκας” με το όνομα της φαρδύ πλατύ στις εν λόγω κινητοποιήσεις της Δραπετσώνας, με συμμετοχή και στην απόδραση στα Βούρλα. Δεν μου το παραδέχτηκε ποτέ, αλλά η γειτονιά βούιζε ότι αυτή τους περίμενε στην άλλη άκρη και φυγάδευσε μεταξύ άλλων και των πατέρα του Γιώργου Μπαρτζώκα.
Η προγιαγιά μου και όλοι οι άνθρωποι αυτοί έδωσαν στον πάμφτωχο μπαμπά του Γιατζόγλου ό,τι είχαν και δεν είχαν , άλλοι ρούχα, άλλοι λιγοστά χρήματα, άλλοι βοήθεια με ένα πασαπόρτι που μάλλον ήταν πλαστό. Τελικά τίποτα από αυτά δεν ήταν αρκετό και κυριολεκτικά σκαρφάλωσε στο πλοίο. Μπήκε στη ζούλα σε μια βάρκα.
Όταν γύρισε ο Στηβ στην Ελλάδα, ο πατέρας καμάρωνε για τα κατορθώματα του. “Βοήθησα κάποιον να προκόψει”, έλεγε. Ντροπή λοιπόν για τον πρώην αγαπημένο Στηβ, η καρδιά μου δεν μου πάει να τον μισήσω. Θα ήθελα μόνο να είχα μια ευκαιρία να του συστηθώ, να του πω ποιος είμαι, ποιος ήταν ο πατέρας του και πόσο επικίνδυνα είναι αυτά που σήμερα κάνει».
Το μπάσκετ ντρέπεται αυτές τις μέρες για τα καμώματα του Λιόλιου και των συνεργατών του, αλλά με τους απατεώνες και με τους λαδιάρηδες και με τους κλέφτες και με τους καταχραστές μπορώ να ζήσω, ιδίως αν βρίσκονται στη φυλακή. Με τους φασίστες, με τους ναζιστές, με τους δολοφόνους, με τους φαιοχίτωνες και με τους τρομοκράτες της κοινωνίας, όχι. Σε σένα το λέω, παλιόφιλε Στηβ, που έχεις πέσει στο κρεβάτι μαζί τους. Τι θα έλεγε ο πατέρας σου, εάν μπορούσε να σε δει αγκαλιά με τις σβάστικες, από εκεί ψηλά όπου ξεκουράζεται;
Πηγή: Νίκος Παπαδογιάννης – Documento
vathikokkino.gr
