07-11-2026, Ω/18:00′
Η τραγωδία «Πέρσαι» είναι το σπουδαιότερο αντιπολεμικό έργο του Αισχύλου. Θεωρείται η παλαιότερη σωζόμενη τραγωδία. Επίσης είναι η πρώτη τραγωδία που αντλεί τη θεματολογία της από ιστορικά γεγονότα (και μάλιστα μόνο κατά επτά χρόνια προγενέστερα από την παρουσίασή της στο κοινό): πραγματεύεται τον αντίκτυπο που είχε στην περσική αυλή η τρομακτική ήττα των Περσών στη Σαλαμίνα το 480π.X., και, έμμεσα, τη θριαμβευτική νίκη των Αθηναίων. Ο χορός των γερόντων Περσών εκφράζει σε λυρικούς στίχους εκτεταμένα τη μεγάλη ανησυχία του για την τύχη της εκστρατείας του Ξέρξη του 480 εναντίον της Eλλάδας. Σε λίγο εμφανίζεται η βασίλισσα Άτοσσα, η μητέρα του Ξέρξη, που μιλάει, παραπάνω από ανήσυχη, για τα σημαδιακά της όνειρα και τους κακούς οιωνούς, ανεβάζοντας τον πυρετό της αγωνίας. Κάποτε φτάνει στη σκηνή ένας αγγελιοφόρος και αναγγέλλει τη συμφορά στη Σαλαμίνα, δίνοντας συνταρακτική περιγραφή της μάχης και της καταστροφής του περσικού στόλου. Πανικόβλητος ο Xορός καλεί σε βοήθεια το πνεύμα του πεθαμένου βασιλιά Δαρείου, πατέρα του Ξέρξη, ο οποίος βλέπει να εκπληρώνονται παλαιοί χρησμοί με αυτήν την καταστροφή και τιμωρείται από τους θεούς η υπέρμετρη αλαζονεία. Προλέγει ακόμα με τρόπο ανατριχιαστικό και την ήττα στις Πλαταιές, με τις οδυνηρές για τους Πέρσες επιπτώσεις της, και καταλήγει συμβουλεύοντας φρόνηση και μέτρο, γιατί: «O Δίας στέκεται κριτής σε κάθε υπεροψία υπέρμετρη και τιμωρεί αμείλικτα το θράσος». Στην Έξοδο της τραγωδίας εμφανίζεται και ο ίδιος ο Ξέρξης, ο αίτιος της συμφοράς, πλήρως εξουθενωμένος και εξευτελισμένος. Το έργο τελειώνει μέσα σε γενικό θρήνο. Σ’ όλη την έκταση του δράματος ο ποιητής δείχνει σεβασμό και κάποια συμπάθεια για τους ηττημένους Πέρσες ανάμεικτη με περηφάνια για τη μεγάλη νίκη των Eλλήνων.
Στην πραγματικότητα οι Πέρσες διηγούνται ένα επεισόδιο των Μηδικών πολέμων. Αυτό το έργο, που παίχτηκε στην Αθήνα οκτώ μόλις χρόνια από το γεγονός, απευθυνόταν σε ένα κοινό ιδιαίτερα πληροφορημένο γύρω από το θέμα. Αλλά, αντί να τοποθετήσει τη δράση, όπως θα το περιμέναμε, στο στρατόπεδο των νικητών, ο Αισχύλος την τοποθετεί στο στρατόπεδο των νικημένων Περσών. Θαυμαστή ιδέα που δίνει μια διπλή απήχηση και μια διπλή δύναμη: από τη μία πλευρά –στο επικό και αφηγηματικό πλάνο – το έργο εξαίρει την τόλμη των Ελλήνων και καταγγέλει τα εγκλήματα και τις θηριωδίες που έγιναν από τους Πέρσες . Από την άλλη πλευρά στο λυρικό και δραματικό πλάνο – προκαλεί ένα συναίσθημα συμπάθειας προς τους νικημένους, αποδίδοντας μόνο στον Ξέρξη και στην υπερβολή του, στην ύβρι του, την καταστροφή του στρατού του.
Όταν εμφανίζεται ο ίσκιος του βασιλιά Δαρείου του πατέρα του Ξέρξη, που η βασίλισσα Ατόσσα, η χήρα του, έρχεται να συμβουλευτεί και να παρακαλέσει στη διάρκεια της επίκλησης ενός νεκρικού τελετουργικού που είναι μια από τις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές στο έργο. Μετά τα χορικά, τις επικλήσεις, τις κραυγές, το σκοτεινό χορό που επιτρέπει στην ψυχή του πεθαμένου να ανέβει ως τον κόσμο των ζωντανών, ο Δαρείος, με το μήνυμα που δίνει στη χήρα του και στους Πέρσες ανυψώνει απότομα αυτό που δεν ήταν παρά μια καταστροφική στρατιωτική αποστολή στο επίπεδο ενός πεπρωμένου και μιας ηθικής συνεχώς επίκαιρης: με την ύβρι του, την έπαρση και την υπερβολή του ο Ξέρξης πάτησε τους ανθρώπινους και τους θείους νόμους, έφερε το αίμα, το έγκλημα, τη βία, ως το βασίλειο των θεών βεβηλώνοντας τους ναούς, γκρεμίζοντας τα αγάλματα, πυρπολώντας όλα τα ιερά μέρη. Δεν φέρθηκε σαν στρατιώτης αλλά σαν αληθινός εγκληματίας. Φωνάζει ο Δαρείος: μέσα στην περηφάνια τους καταστρέψανε τους ναούς, έκαψαν τα αγάλματα. Οι εικόνες των θεών έπεσαν από τα βάθρα τους κάτω από τα ιερόσυλα χτυπήματά τους. Υπήρξαν εγκληματίες και γι΄ αυτό πληρώνουν για τα κρίματά τους και άλλες τιμωρίες θα πέσουν απάνω τους…».
«Γιατί βαρύς κριτής στέκει από πάνω ο Δίας που την υπέρμετρη έπαρση σκληρά κολάζει».
Ο Δαρείος κατατρομάζει όταν μαθαίνει ότι ο γιος του τόλμησε να γεφυρώσει τη θάλασσα, ότι «πίστευε άμυαλα πως θα νικήσει όλους τους θεούς και μαζί και τον Ποσειδώνα». Οι θεοί είχαν δώσει κυριαρχία στην Περσία στη στεριά. Η βασίλισσα και ο Δαρείος συμφωνούν ότι κάποιος δαίμων έπεσε πάνω στον Ξέρξη και του πήρε την κρίση. Χορός: «Ω δαίμονα σκληρότατε, με πόσο βάρος πήδηξες πάνω στων Περσών όλο το γένος».
Αυτό δεν είναι μεταφυσικό γιατί αργότερα η βασίλισσα δίνει μια εντελώς φυσική εξήγηση: ο Ξέρξης, όντας «ορμητικός», περιβαλλόταν από κακούς συμβούλους που τόσο τον λοιδόρησαν ώστε αμέλησε τις συμβουλές της σύνεσης που του είχε δώσει ο πατέρας του. Στην αρχή της παράστασης, με το που μπαίνει ο χορός, είναι ολόκληρη η Περσία με τα παλάτια της, το μεγαλείο των μνημείων της, τη χλιδή, το χρυσάφι και τους βασιλιάδες της, το μεγαλείο των μνημείων της, την ποικιλία των ανθρώπων της, των επαρχιών της, τη δύναμη του στρατού της, που μπαίνουν στη σκηνή παρελαύνοντας. Η τελευταία συμβουλή του Δαρείου πριν την επιστροφή του στον κάτω κόσμο είναι: «και σεις γερόντοι, χαίρεστε και μέσα ωστόσο σ΄ αυτές τις συμφορές δίνετε της ψυχής σας όση αναγάλλια η πάσα μια θα φέρει μέρα», για τους νεκρούς τίποτα δεν φελούν τα πλούτη. Ο Δαρείος αναχωρεί και τότε εμφανίζεται στη σκηνή ο Ξέρξης και θρηνεί μαζί με το χορό. Ο Ξέρξης δεν συνυπάρχει στη σκηνή ούτε με τη μητέρα του Άτοσσα, ούτε με τον Δαρείο παρά μόνο με το χορό.
Φίλες και φίλοι, ο Αισχύλος αντιτάσσεται στην τυφλή βία και τη βαρβαρότητα. Μέσα από τους «Πέρσες» μιλά μετρημένα για την ελληνική ανδρεία (που στην περίπτωση είναι θεμιτή και αναγκαία για την προστασία της πατρικής γης σε έναν δίκαιο και αμυντικό πόλεμο). Αν και οι Αθηναίοι διέθεταν το ένα τρίτο σχεδόν του ελληνικού στόλου, ο Αισχύλος δεν υπαινίσσεται πουθενά το γεγονός, αλλά αναφέρεται σταθερά στους «Έλληνες». Δυο πράγματα εξασφάλισαν τη νίκη στο έργο: πρώτο η ανδρεία και η πειθαρχία των Ελλήνων και από την υπεραυτοπεποίθηση που έριξε τον Ξέρξη στην παγίδα. Και δεύτερο, ήταν οι θεοί που έδωσαν στους Έλληνες τη δόξα. Όχι με την σημερινή έννοια ότι «ο θεός τιμωρεί τον αμαρτωλό», αλλά επειδή ο άνθρωπος , ο Ξέρξης, ενέδωσε στον πειρασμό, κι ήταν πολλά αυτά που δεν λογάριασε. Οι «Πέρσες» δεν ηθικολογούν πάνω στο ότι οι θεοί τιμωρούν την αλαζονεία. Το έργο εξερευνά το πώς ο θεός λειτούργησε στην παρούσα περίπτωση. Όταν η βασίλισσα αφηγείται στο χορό το όνειρό της, πως είδε ένα κίρκο (αρπακτικό γερακόμορφο πουλί), σύμβολο της Ελλάδας, να ξεσχίζει με τα νύχια του το κεφάλι ενός αετού (σύμβολο της Περσίας), η μαγεία των εικόνων ταράζει τον εφησυχασμό του περσικού μεγαλείου.
Ο Αισχύλος, δημιουργεί συναρπαστικά εφέ , είναι ένας γνήσιος ποιητής, βυθίζει το κοινό στην έκσταση ενός κόσμου όπου όταν ο Δαρείος φτάνει από τον τάφο του, το κοινό νιώθει παρά ακούει την προφητική διαύγεια εκείνων που μιλάνε έξω από το χρόνο, και κάνουν τους ανθρώπους να σκύψουν κάτω από τα λόγια τους.
Ο Ξέρξης φέρθηκε σαν κοινός εγκληματίας. Ο Αισχύλος δεν θριαμβολογεί για τη νίκη των Ελλήνων, μιλά με συγκεκριμένα γεγονότα – πράξεις του Ξέρξη που οδήγησαν στην ήττα του. Οι Έλληνες, εν τέλει, δεν ήταν υπήκοοι κανενός δυνάστη αλλά ελεύθεροι πολίτες. Μέσα από την συντριπτική, και σε πολλά επίπεδα, ήττα των Περσών, θυμίζει στους συμπολίτες του τη διαφορά ανάμεσα στην δημοκρατία και στην δεσποτική μοναρχία η οποία απαιτεί τυφλή υποταγή από φοβισμένους υπηκόους και όχι ελεύθερους πολίτες.
Σας ευχόμαστε ένα όμορφο βράδυ και μια θαυμαστή εβδομάδα.
ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΗΓΕΣ: H.D.F. KITTO «Αρχαία Ελληνική Τραγωδία», JACQUES LACARRIERE «Το Ελληνικό Καλοκαίρι», elp.gr,
