06-08-2026, Ω/09:30′
Στο μέτωπο είναι ήρωες και τους κτυπούν στην πλάτη
μες τους καπνούς παίζουν τυφλά της μάχης το κομμάτι.
Όταν ζητούν το δίκιο τους για όσα τους χρεωστάνε,
με αύρες και με χημικά στους δρόμους τους κτυπάνε.
———
Με το λαρύγγι τους στεγνό από καπνό και δάκρυ,
στέκονται τώρα ντροπαλοί παράμερα στην άκρη.
Και το νερό που έριχναν όλα για να τα σώσουν,
το ρίχνει η αύρα επάνω τους το δίκιο τους να λιώσουν.
———
Οι τρείς λεβέντες στη φωτιά με το κορμί ασπίδα,
Κράτησαν με τα μπράτσα τους της σωτηρίας ελπίδα
Δεν δείλιασαν, δεν έκαναν ούτε ένα βήμα πίσω΄
πως την θυσία τους αυτή να την εξιστορήσω;
———
Και εκεί ψηλά στους ουρανούς και μέσα στην αντάρα
δύο αετοί πετούσανε με μια κοινή λαχτάρα.
Στην Ψάθα ο ήλιος πάγωσε το σίδερο λυγίζει
απ΄το μοιραίο πέταγμα όλων η ψυχή δακρύζει.
———-
Μαύρισε ο ήλιος απ΄τον καπνό, η γη αναστενάζει,
και η λαίλαπα στο πέρασμα το πράσινο σπαράζει.
Εκεί που η κόλαση ξυπνά και οι άνεμοι θεριεύουν,
ορθοί μπροστά στο θάνατο και αυτόν τον ημερεύουν.
———
Όταν θα έρθει η στιγμή και η φλόγα λιγοστέψει,
κανένας δεν τους ρώτησε τι έχουνε αντέξει.
Κατάκοποι και νηστικοί μέσα στις στάχτες μένουν,
της ζωής μας οι ήρωες τα πάντα υπομένουν.
———
Το Καλοκαίρι τους υμνούν, τους τάζουνε στεφάνια,
που με τα δόντια σταματούν της φλόγας τα πλοκάμια.
Μα τον Χειμώνα ξέχασαν την κάθε τους θυσία
και απ΄ το κατάκοπο κορμί τούς πήραν την αξία.
———-
Εξοπλισμός παμπάλαιος, ασύρματοι σιωπούνε,
οι αρμόδιοι στις καρέκλες τους αυτά δικαιολογούνε.
Οι υποσχέσεις τους πολλές και λόγια της στιγμής,
ενώ η ζωή τους κλέβεται την ώρα της ορμής.
———-
Δημοσιογράφοι οι άσχετοι με λόγια δίχως γνώση,
την μάχη περιγράφουνε πριν η φωτιά ημερώσει.
Κάνουνε περιγραφές από το κούφιο τους κεφάλι,
ψέματα παρουσιάζουνε, τα θέλει το κανάλι.
———-
Λένε για σχέδια, τακτικές που δεν τις έχουν ζήσει,
ιδέα δεν έχουν το κακό τι θέλει να λυγίσει.
Αρβύλες ας φορούσανε μια ώρα στη φωτιά,
θα μάθαιναν η πυρκαγιά τι είναι τελικά.
Βασίλης Τζιαμουράνης
