21-11-2024, Ω/09:10΄
ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΑΥΝΟΥΣ*
Οι πυρκαγιές που εκδηλώνονται από κεραυνούς, εξελίσσονται συχνά σε χρονοβόρα και σοβαρά συμβάντα. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι εμφανίζονται σε “ανύποπτο” χρόνο-τόπο και συνήθως σε δυσπρόσιτες περιοχές. Γίνονται δηλαδή αντιληπτές όταν είναι ήδη πολύ αργά και η “ζημιά” έχει γίνει. Όταν αυτές έχουν εξελιχθεί αρκετά και σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι αδύνατο πλέον να ελεγχθούν άμεσα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω ήταν και η πυρκαγιά στο όρος Όλυμπος τον Αύγουστο 2013. Και ο χρόνος κυλάει αμείλικτα, δυστυχώς..
Τα τελευταία χρόνια έχουν πολλαπλασιαστεί τα περιστατικά αυτά και μάλιστα εξαιτίας του ιδιαίτερου χαρακτήρα τους (αιφνίδια εμφάνιση σε σημεία χωρίς οδική πρόσβαση), δημιουργούν μια γερή σπαζοκεφαλιά, όσον αφορά στον έγκαιρο εντοπισμό της εστίας στις περιοχές με πυκνή δενδρώδη βλάστηση και έναν ισχυρό “πονοκέφαλο” για τους Πυροσβέστες. Και μάλιστα παρόλο που ως αιτία πυρκαγιών καταλαμβάνουν μόνο το 2% του συνόλου των υπαίθριων πυρκαγιών μαζί με άλλα φυσικά φαινόμενα, όπως είναι π.χ. οι εκρήξεις ηφαιστείων.
Κάποτε η Δασική Υπηρεσία αντιμετώπιζε με μεγάλη αποτελεσματικότητα πυρκαγιές σε απομακρυσμένες, δυσπρόσιτες περιοχές και ορεινούς όγκους, με τους Δασοκομάντος. Κι αυτό επειδή προωθούνταν αυτοί εκεί με τα συνεργαζόμενα ελικόπτερα (Ε/Π), ξεπερνώντας τα όποια προβλήματα πρόσβασης που βιώνουμε σήμερα (δασικό οδικό δίκτυο στενό, σχεδιασμένο σύμφωνα με τα αυστριακά πρότυπα και συχνά κακής βατότητας, μη επαρκής γνώση του από το προσωπικό, έλλειψη ή/και σωστή αξιοποίηση σύγχρονων χαρτών κ.α.).
Υπάρχουν αναρίθμητα “βολικά” πλατώματα (ξέφωτα), κατάλληλα για απο-προσγειώσεις Ε/Π στα ελληνικά βουνά, στα οποία θα μπορούσαν να συνεχίσουν να προωθούνται (αερομεταφερόμενοι) δασοπυροσβέστες σε περιπτώσεις τέτοιων πυρκαγιών. Έτσι θα αποφεύγονταν οι εξαντλητικές, πολύωρες πεζοπορίες που συχνά απαιτούνται για την πρόσβαση στην πυρκαγιά και οδηγούν αναμφίβολα σε αναποτελεσματικές επεμβάσεις, εξαιτίας κυρίως της αυξημένης κόπωσης του προσωπικού, του μειωμένου “καθαρού” χρόνου εργασίας του στο πεδίο και της αδυναμίας μεταφοράς εξοπλισμού πυρόσβεσης, πέρα από τον ατομικό. Ορειβατώντας κανείς μπορεί εύκολα να το διαπιστώσει. Θα αναφέρω ενδεικτικά 2 σημεία, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν αξιοποιηθεί στο παρελθόν:
Πυρκαγιά στα Πιέρια όρη 2007. Υπάρχει ωραιότατο διάσελο-πλάτωμα μεταξύ των κορυφών Τούρλα-Φλάμπουρο, κατάλληλο για την προώθηση αερομεταφερόμενων δασοπυροσβεστών του Πεζοπόρου Τμήματος και σε δεύτερο χρόνο την υποστήριξη τους από τα εναέρια μέσα (δηλ. με ρίψεις νερού κατά μήκος του “άξονα” των κορυφών αυτών και εφαρμογή της έμμεσης προσβολής, μεταφορά νερού για την πλήρωση φορητών ανοικτών δεξαμενών (τύπου πισίνας) και εν συνεχεία γέμισμα επινώτιων πυροσβεστήρων ή/και τροφοδοσία εγκαταστάσεων νερού μέσω αντλιών βουνού κ.α.). Η φωτιά πέρασε από το διάσελο αυτό, κάθετα ως προς τον “άξονα” των 2 αυτών κορυφών και έκαψε το υπέροχο δάσος και από την βόρεια πλευρά του βουνού (δεξιά πλευρά στην φωτο). Η φωτιά θα μπορούσε πιθανά να κοπεί στο διάσελο αυτό, πριν κατέβει από την άλλη (βόρεια) πλευρά, δεδομένου ότι το διάσελο ήταν “γυμνό” από δέντρα (είχε μόνο χόρτα!) και εκατέρωθεν αυτού, η δενδρώδης βλάστηση ήταν αραιά.

Διάσελο μεταξύ Τούρλας και Φλάμπουρου στα Πιέρια όρη (προσωπικό αρχείο)
Πυρκαγιά στο όρος Όλυμπος (Παλαιομονάστηρο) 2013. Υπάρχει ελικοδρόμιο δίπλα στην τοποθεσία Πετρόστρουγκα. Όπως και παραπάνω, θα μπορούσαν να προωθηθούν αερομεταφερόμενοι δασοπυροσβέστες, μαζί με τον εξοπλισμό τους με Ε/Π κι από εκεί ακολουθώντας γνωστό μονοπάτι και τμήμα διαδρομής χωρίς μονοπάτι που όμως σηματοδοτήθηκε, να φτάσουν στη φωτιά. Όσο για την τροφοδοσία τους σε νερό (πλήρωση επινώτιων πυροσβεστήρων, αλλά και πόσιμο), καλά να είναι ο αείμνηστος Γιόσος Αποστολίδης που κατασκεύασε την δεξαμενή στο Στράγκο…
Η φωτιά ξεκίνησε από κεραυνό που έπεσε κατά την διάρκεια καταιγίδας της 16ης προς 17η Αυγούστου 2013, έγινε αντιληπτή το πρώτον την 20η Αυγούστου και έσβησε ολοκληρωτικά μέσα στον βαθύ Χειμώνα, από μόνη της.

Το κεραυνοβολημένο δέντρο που “στοίχειωσε” την φωτιά στον Όλυμπο το 2013, Υψ. 1450μ. (προσωπικό αρχείο)

Όλυμπος 31-8-2013 Παλαιομονάστηρο, Υψ. 1450μ. (προσωπικό αρχείο)
Ο κατάλογος είναι σίγουρα μακρύς. Ό,τι έγινε, έγινε. Δε γυρίζει πίσω ο χρόνος. Το θέμα είναι να αποτυπώνονται τα περιστατικά, να αναλύονται, να επισημαίνουμε τα λάθη και να βελτιωνόμαστε για τις επόμενες επεμβάσεις. Άλλωστε η φωτιά είναι μέρος της φύσης και η φύση είναι ισχυρότερη όλων. Εμείς οφείλουμε να κάνουμε το καλύτερο και να την υποβοηθήσουμε να ολοκληρώσει την διαδικασία σβέσης. Εκείνη έχει τον τελευταίο λόγο..
Προς την κατεύθυνση μιας εναλλακτικής τακτικής για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των πυρκαγιών, οι οποίες οφείλονται σε κεραυνούς, προτείνονται τα εξής:
Α) Δημιουργία ομάδων πεζοπόρων Ανιχνευτών.
Μπορούν να απαρτίζονται από Εθελοντικές Ομάδες της Γ.Γ.Π.Π., εθελοντικές ομάδες ορειβατικών και πεζοπορικών συλλόγων, εθελοντές από ιππικούς ομίλους και ιδιοκτήτες αλόγων, ομάδες πεζοπόρου στα πλαίσια περιπολίας την ώρα της υπηρεσίας τους (πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης, συμβασιούχων, εθελοντών πυροσβεστών, μικτές), μεικτά εποχούμενα περίπολα κ.α. Αυτές οι ομάδες θα έχουν ως αποστολή να ανιχνεύουν θερμά σημεία που θα δημιουργηθούν σε περιοχές με πυκνή βλάστηση έπειτα από την έλευση (ξηρών) καταιγίδων με κεραυνούς σε αυτές. Τέτοιες περιοχές μπορούν να είναι οι δυσπρόσιτες δασικές, τα περιαστικά άλση-πάρκα, οι προστατευόμενες περιοχές και οι εθνικοί δρυμοί της χώρας και γενικά οι περιοχές ιδιαίτερης και σπάνιας φυσικής κληρονομιάς. Επίσης, οι ιδιαίτερα ευαίσθητες για εκδήλωση πυρκαγιάς περιοχές, όπως αυτές έχουν χαρακτηριστεί με σχετική νομοθεσία (Π.Δ. 575/80 ΦΕΚ 157Α).
Έτσι μπορούν να πραγματοποιούνται τα εξής:
α) Εκτέλεση οργανωμένων περιπολιών. Θα πραγματοποιούνται σε τομείς που θα ορίζονται με βάση τον σχεδιασμό της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη του διάφορες παραμέτρους, όπως: βεβαίωση καλής γνώσης της περιοχής από την κάθε ομάδα, ώστε να εξασφαλίζεται η ευχερής/ταχεία κίνηση της ομάδας σε αυτήν, εξοπλισμός-μέσα που διαθέτει η καθεμία (οχήματα, πεζή ή με ίππους), ιστορικό καταγεγραμμένων πυρκαγιών από κεραυνούς στην περιοχή, δείκτης επικινδυνότητας πυρκαγιάς κ.α. Προς διευκόλυνση της ανίχνευσης των θερμών σημείων/κρυφών εστιών φωτιάς σε δασικές περιοχές, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ακόμη και οι κάμερες θερμικής απεικόνισης.
Επίσης καθοριστικό ρόλο στην ανίχνευση-εντοπισμό των θερμών σημείων, θα διαδραματίσουν διάφοροι αεραθλητικοί σύλλογοι με οργανωμένες περιπολίες εναέριων μέσων (αερολέσχες με αεροπλάνα, αιωροπτεριστές με ανεμόπτερα, deltaplan ή parapent με μηχανή κ.α.) και τα συνεργαζόμενα πυροσβεστικά αεροπλάνα (canadair, BK κ.α.), στα πλαίσια των εκπαιδευτικών περιπολιών τους. Οι εναέριες περιπολίες θα γίνονται στοχευμένα, δηλαδή τις πιο θερμές ώρες της ημέρας, κατά τις οποίες στατιστικά γίνεται ορατός ο καπνός.
Άλλωστε έχει φανεί στην πράξη ότι, εφόσον πρόκειται να ξεσπάσει πυρκαγιά σε μία περιοχή έπειτα από πτώσεις κεραυνών, αυτή αναμένεται να εκδηλωθεί μέσα στις επόμενες 24 έως 48 ώρες, ανάλογα με τους συνυπάρχοντες παράγοντες έναρξης-εξάπλωσης των δασικών πυρκαγιών (είδος βλάστησης, τοπογραφία, μετεωρολογία). Έτσι, αυτός ο χρόνος θα θεωρείται ως κρίσιμος στον σχεδιασμό για την οργάνωση των περιπολιών (εναέριων και επίγειων), στην εκάστοτε περιοχή.
Επίσης, με αναδρομή σε συμβάντα από κεραυνούς παρελθόντων ετών και χρησιμοποιώντας στατιστικά δεδομένα, η κάθε Π.Υ. θα είναι σε θέση ακόμη και να μειώσει τον “τομέα αναζήτησης” θερμών σημείων (εντός της περιοχής ευθύνης της) χρόνο με τον χρόνο, λειτουργώντας πιο στοχευμένα και οργανώνοντας περιπολίες ανίχνευσης σε πιθανότερους και/ή πιο προβλέψιμους τομείς. Εξάλλου η κάθε Π.Υ. γνωρίζει καλύτερα τον τομέα ευθύνης της, τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής από άποψη βλάστησης, κρίσιμων θέσεων πιθανής εκδήλωσης πυρκαγιάς (εύφλεκτα δασοπονικά είδη), καθώς και τρόπους ταχείας πρόσβασης σ’ αυτές τις περιοχές. Σε τομείς όπου καθίσταται δυσχερής ή αδύνατη η πρόσβαση επίγειων περιπολιών, οι περιπολίες θα υποβοηθούνται από τα εναέρια μέσα που αναφέρθηκαν.
β) Ανίχνευση εστιών φωτιάς από ομάδες πεζοπόρων τμημάτων
β1) Ομάδες Ανιχνευτών 4-5 ατόμων, θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ανιχνεύουν ειδικά θερμά σημεία και τοποθεσίες (π.χ. πυρκαγιά μετά από κεραυνό, σε απομακρυσμένη όμως ή/και δύσβατη περιοχή ενός βουνού, με αδυναμία οδικής πρόσβασης ή σε περιοχές με πυκνή βλάστηση και ανυπαρξία πλατωμάτων για προώθηση των ομάδων αυτών με Ε/Π). Διαμέσου ενός είδους ιχνηλασίας που θα πραγματοποιούν, θα προσεγγίζουν δυσπρόσιτα σημεία όπου εκδηλώνονται πυρκαγιές (συνήθως μικρής αρχικά έκτασης), οι οποίες όμως προσεγγίζονται σχετικά δύσκολα. Οι ομάδες Ανιχνευτών θα “ανοίγουν” (χαράσσουν) νέες διαδρομές σε άγνωστο πεδίο και θα τις σηματοδοτούν για τις ομάδες επέμβασης (ομάδες πεζοπόρου – Ε.ΜΟ.Δ.Ε., εθελοντών κ.α.), οι οποίες θα ακολουθήσουν εφόσον απαιτηθεί. Κάτι τέτοιο θα αποφασίζεται μετά την επιτόπια αυτοψία-εκτίμηση του Επικεφαλής της ομάδας Ανιχνευτών.
Η ομάδες αυτές θα στελεχώνονται από συναδέλφους που θέλουν να το κάνουν και θα έχουν καλή φυσική κατάσταση. Ενδεικτικά αναφέρω ως κριτήριο για την επιλογή τους, την δοκιμασία στην οποία υποβάλλονται οι καναδοί δασοπυροσβέστες, όπως αυτή παρουσιάστηκε σε άρθρα του περιοδικού Πυροσβεστική Επιθεώρηση (Τ. 151 & 152). Ενίοτε θα επιλέγονται για να ηγηθούν στις ομάδες αυτές και θα μπαίνουν “μπροστά”, συνάδελφοι από το Πεζοπόρο Τμήμα (τώρα Ε.ΜΟ.Δ.Ε.) ή την τοπική Π.Υ., οι οποίοι είναι γνώστες της περιοχής τους, του ανάγλυφου, της ύπαρξης τυχόν μονοπατιών, αλλά και γενικά των ιδιαιτεροτήτων του πεδίου όπου θα επιχειρήσουν. Κι αυτό διότι υπάρχουν πολλοί συνάδελφοι, οι οποίοι έχουν ως χόμπι την Ορειβασία και γνωρίζουν πολύ καλά πεζοπορικές διαδρομές και μονοπάτια στα βουνά της Ελλάδας.
Επίσης, αυτές οι ομάδες θα μπορούν να συνεπικουρούνται από ντόπιους κατοίκους-εθελοντές, οι οποίοι γνωρίζουν και αγαπούν καλύτερα από τον καθένα την περιοχή τους. Και μάλιστα πολλοί από αυτούς, εξαιτίας ακριβώς της εντοπιότητας, της εγγύτητας και της εξοικείωσης με το πεδίο, έχουν την ικανότητα να κινούνται και εκτός μονοπατιών με άνεση, ευελιξία και ταχύτητα, συμβάλλοντας έτσι στην ταχύτερη ανεύρεση των θερμών σημείων. Εξυπακούεται ότι θα λαμβάνονται όλα τα μέτρα ασφάλειας από τις ομάδες Ανιχνευτών, τόσο κατά την προσέγγιση των ειδικών θερμών σημείων και τοποθεσιών, όσο και κατά την χάραξη-σηματοδότηση μιας διαδρομής, έχοντας ως γνώμονα την ασφαλή προσέγγιση τους, αλλά και τις δυνατότητες (από άποψη εξοπλισμού, βαθμό εξοικείωσης, εμπειρία κ.α.) των υπόλοιπων ομάδων πεζοπόρου που θα ακολουθήσουν μετέπειτα.
Τέλος η ομάδα Ανιχνευτών θα μπορεί να προτείνει και εναλλακτικές διαδρομές (από υφιστάμενα μονοπάτια) για τις ομάδες πεζοπόρου. Αυτό θα διαπιστώνεται σε δεύτερο χρόνο και αφού η ομάδα Ανιχνευτών προσεγγίσει τα ειδικά θερμά σημεία. Έτσι, εάν κρίνει ότι η διαδρομή που “άνοιξε” είναι επισφαλής ή χρονοβόρα και γενικά ασύμφορη για τις ομάδες πεζοπόρου που απαιτείται να ακολουθήσουν (ενισχύσεις) και εφόσον υπάρχουν καταγεγραμμένα μονοπάτια στην περιοχή, τα οποία μπορούν εναλλακτικά να χρησιμοποιηθούν για την προσέγγισή τους στα σημεία αυτά, θα είναι σε θέση να προτείνει σχετικά.
β2) Μια άλλη παρεμφερής εργασία που προτείνεται για τις ομάδες Ανιχνευτών, οι οποίες για τον σκοπό αυτό θα συσταθούν από προσωπικό που υπηρετεί στο Πεζοπόρο Τμήμα (τώρα Ε.ΜΟ.Δ.Ε.), είναι η εξής: Ομάδες 2 ατόμων τουλάχιστον, ευέλικτες και με ικανότητα ταχείας κίνησης σε άγνωστο πεδίο, θα έχουν παράλληλα με τα κύρια καθήκοντα τους ως αποστολή, να ανιχνεύουν θερμά σημεία μιας σβησμένης πυρκαγιάς (κατάσταση Ελέγχου). Τα σημεία αυτά, ως γνωστόν, δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά, εξαιτίας κυρίως της απουσίας καπνού, μπορούν ωστόσο να δώσουν τις γνωστές σε όλους μας αναζωπυρώσεις, ήτοι στα όρια καμένου-άκαυτου (περίμετρος πυρκαγιάς), στα όρια των διασώσεων και στα σημεία κηλιδώσεων.
Σε αυτά τα σημεία δεν θα επεμβαίνουν (κατά την κρίση τους βεβαίως), αλλά κυρίως θα τα καταγράφουν με την βοήθεια συσκευών GPS και ως δεδομένα θα τα μεταβιβάζουν στον Επικεφαλής του Πεζοπόρου Τμήματος τηλεματικά. Εκείνος με την σειρά του θα σχεδιάζει τις επεμβάσεις για τον έλεγχο των σημείων αυτών, ανά ομάδα επέμβασης (πεζοπόρου). Θα δίνει δηλαδή στοχευμένα και ομαδοποιημένα σε κάθε μία ομάδα, τις συντεταγμένες των πλησιέστερων προς αυτές, σημείων. Έτσι θα εξοικονομούνται πόροι και θα αποφεύγονται άσκοπες μετακινήσεις προσωπικού κάθε αποστολής για ελέγχους κι επανελέγχους στα παραπάνω σημεία-περιοχές.
Β) Υιοθέτηση σχήματος έξυπνης συνεργασίας επίγειων-εναέριων δυνάμεων.
Είναι γνωστό ότι τα εναέρια μέσα συμβάλουν αποφασιστικά στον περιορισμό και τον έλεγχο μιας δασικής πυρκαγιάς, πλην όμως δεν μπορούν να κάνουν πλήρη κατάσβεση. Επίσης, τα συγκεκριμένα όρια επιχειρησιακής λειτουργίας και δυνατοτήτων τους, σε συνδυασμό με την ύπαρξη έντονου ανάγλυφου σε ορισμένες κατηγορίες περιστατικών (απότομες κλίσεις και χαραδρώσεις βουνών), όπως στο περιστατικό του Ολύμπου, θέτουν σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο τελικά το όφελος από την επέμβασή τους, υπερτερεί του κόστους πτήσης τους.
Είναι επίσης γνωστό, καθώς στην πράξη έχει αποδειχθεί, ότι η επάρκεια νερού στις επίγειες δυνάμεις σε επιχειρήσεις δασοπυρόσβεσης (εγκαταστάσεις προσβολής, χρήση επινώτιων πυροσβεστήρων κ.α.), είναι καθοριστικός παράγοντας για την αποτελεσματικότητα της επιχείρησης και την πλήρη κατάσβεση (οριστικό “κλείσιμο”) μιας πυρκαγιάς.
Σύμφωνα πάλι με προβλέψεις επιστημόνων (μετεωρολόγων, δασολόγων κ.α.), τα προσεχή έτη θα εκδηλώνονται συχνότερα δασικές πυρκαγιές και σε περιοχές με μεγαλύτερο γεωγραφικό πλάτος στην Ελλάδα, δηλ. βορειότερα. Παράλληλα και εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, οι δασικές πυρκαγιές εκδηλώνονται πλέον και σε μεγάλο υψόμετρο, σε δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές, στις οποίες η πρόσβαση από πεζοπόρο τμήμα είναι δυσχερής-χρονοβόρα, εξαιτίας της μακράς πεζοπορίας που συνήθως απαιτείται. Συγχρόνως, τις πιο πολλές φορές δεν υπάρχει δυνατότητα υποστήριξής του από πυροσβεστικά οχήματα, λόγω αδυναμίας προσπέλασης αυτών. Συμπερασματικά, το κόστος σε μία επιχείρηση δασοπυρόσβεσης, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω για την εμπλοκή εναέριων μέσων σε αυτήν, αυξάνει υπέρμετρα και είναι δυσανάλογο του οφέλους που παράγεται από την επέμβαση τους.
Προτείνεται να ξεκινήσει πιλοτικά μία προσπάθεια για την προώθηση ομάδων πεζοπόρου μαζί με τον εξοπλισμό τους (ανοιχτές δεξαμενές, αντλίες βουνού, σωλήνες, επινώτιους πυροσβεστήρες και ατομικό εξοπλισμό-εφόδια για διανυκτέρευση), σε κατάλληλα πλατώματα-ξέφωτα και εν συνεχεία στην τροφοδοσία της δεξαμενής με νερό, απευθείας από τον κάδο του Ε/Π, όπως ακριβώς εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες.
Επικουρικά θα μπορούν να γίνονται και ρίψεις νερού από τα εναέρια μέσα (Ε/Π) απευθείας στην πυρκαγιά, αλλά σε πιο αραιά χρονικά διαστήματα σε σχέση με ό,τι εφαρμόζουμε μέχρι σήμερα και εφόσον κριθεί απολύτως αναγκαίο από τις ομάδες. Αυτό το σχήμα θα προσδώσει αυτονομία και ταχύτητα στις ομάδες πεζοπόρου, θα αυξήσει τον καθαρό χρόνο εργασίας τους στο πεδίο και θα μειώσει σημαντικά την καταπόνησή τους. Συνεπώς θα αυξηθεί η απόδοση των ομάδων και εν τέλει, η αποτελεσματικότητα αυτών των επιχειρήσεων.
Άλλωστε για πυρκαγιές που εντοπίζονται έγκαιρα και οι οποίες εξελίσσονται σε περιοχές με “ευνοϊκή” για την επέμβαση, βλάστηση, δεν απαιτούνται στην πράξη πάνω από 10-15 άτομα για τον έλεγχό τους, δηλαδή 2 ομάδες πεζοπόρου. Η ευνοϊκή και συνάμα αραιή αυτή βλάστηση, ήτοι δύσφλεκτα δασοπονικά είδη, χορτολίβαδα και ποώδη φυτά, υφίσταται ούτως ή άλλως σε μεγάλο υψόμετρο και την ψευδαλπική ζώνη, με τις συνυπάρχουσες βραχώδεις εξάρσεις.
Μπορούν αρχικά να γίνουν δοκιμές με ρίψεις νερού από τον κάδο των Super Puma ή/και των μισθωμένων Ε/Π σε ανοιχτές δεξαμενές, κοντά στις βάσεις Ε/Π στα αεροδρόμια, έτσι ώστε να γίνουν διαπιστώσεις, να φανούν τυχόν αδυναμίες (δυσκολίας εύρεσης στόχου, λύγισμα δεξαμενών ή τρύπημα κ.α.) και να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα.
Τέλος, προς την κατεύθυνση της βελτιστοποίησης μεθόδων, τεχνικών και εν τέλει της συνεργασίας επίγειων και εναέριων δυνάμεων, μια σημαντική βοήθεια μπορεί να δοθεί από συναδέλφους-πρώην Δασοκομάντος της Δασικής Υπηρεσίας, οι οποίοι υπηρετούν ακόμη στο Π.Σ. Μπορούν δηλαδή να μεταλαμπαδεύσουν την γνώση τους, τις τεχνικές που εφαρμόζονταν και τις εμπειρίες που απεκόμισαν, σε Ομάδες εργασίας ή/και Επιτροπές αξιολόγησης, οι οποίες θα συσταθούν για να εξετάσουν τη νέα για το Π.Σ., μεθοδολογία. Αυτή η πείρα σε συνδυασμό με διάφορες σύγχρονες τεχνικές και την τεχνογνωσία άλλων χωρών, οι οποίες εφαρμόζουν αντίστοιχη τακτική στην δασοπυρόσβεση, μπορεί να οδηγήσει στον σχεδιασμό προσαρμοσμένων (στα ελληνικά δεδομένα-απαιτήσεις) και αποδοτικών, σχημάτων επέμβασης.
Κλείνοντας το άρθρο αυτό, θα ήθελα να αναφέρω μία μαρτυρία σχετικά με την αεροπυρόσβεση, όπως μου την μετέφερε Υπάλληλος της Δασικής Υπηρεσίας, ο οποίος έχυσε πολύ ιδρώτα στα ελληνικά βουνά. Κι αυτό, επειδή τον τελευταίο καιρό γίνεται πολύς λόγος για τα “γηρασμένα” και λίγα εναέρια μέσα (Canadair) της Πολεμικής Αεροπορίας. Όταν λοιπόν η δασοπυρόσβεση ήταν ακόμη στην αρμοδιότητα της Δασικής Υπηρεσίας, έπρεπε να είναι πολύ σοβαρή η κατάσταση για να επιχειρήσουν τα εναέρια μέσα. Και ο Δασάρχης τότε, “σήκωνε” με πολύ φειδώ τα αεροπλάνα. Ο “πρωταγωνιστής” στις επιχειρήσεις δασοπυρόσβεσης ήταν οι επίγειες δυνάμεις.
Κάτι που θα πρέπει όλους να μας προβληματίσει, είναι ο τρόπος με τον οποίο, ακόμη και σήμερα, επιχειρούμε στις δασικές πυρκαγιές. Και δεν είναι άλλος από: «βλέπω φωτιά, σβήνω φωτιά», δηλ. με την άμεση μέθοδο. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται: εξάντληση-εξουθένωση των πόρων (ανθρώπινων και μη), υψηλή διακινδύνευση και αυξημένη πιθανότητα τραυματισμών του προσωπικού, εγκλωβισμός σκέψης του Γενικού Συντονιστή, συγκέντρωση δυνάμεων, άσκοπες μετακινήσεις, κακή κατανομή προσωπικού και τόσα άλλα. Κι όλα αυτά επειδή “δεν κάνει” να βλέπουν τα ΜΜΕ φλόγες και ο κόσμος, το να βγαίνει ακόμη καπνός. Επειδή δεν είναι στην ιδιοσυγκρασία μας να “θυσιάζονται” κάποιες εκτάσεις, για να σωθούν κάποιες άλλες. Επειδή δυστυχώς δεν μάθαμε να αξιοποιούμε επαρκέστερα την έμμεση προσβολή..
Εκεί (έμμεση προσβολή), είναι θεμιτό να επιστρατεύονται τα εναέρια μέσα και να ενισχύσουν την ζώνη που κατασκεύασε σε κατάλληλο και προεπιλεγμένο σημείο, μακριά από το μέτωπο της πυρκαγιάς, το πεζοπόρο τμήμα, διαβρέχοντας εκατέρωθεν την ζώνη. Είναι θεμιτό επίσης να αξιοποιούνται τα εναέρια για μία κηλίδωση που έγινε μπροστά από το μέτωπο μιας πυρκαγιάς και είναι σε δύσβατη-απροσπέλαστη για τα Πυροσβεστικά Οχήματα, πλαγιά και η οποία πυρκαγιά απαιτείται να κατασταλεί εν τη γενέσει της, αποτρέποντας την δημιουργία νέων μετώπων.
Είναι θεμιτό επίσης να ζητηθεί η βοήθεια των εναέριων, όταν πρόκειται για βολές διάσωσης προσωπικού που έχει εγκλωβιστεί στο δάσος, εργαζόμενο κοντά στην φωτιά με άμεση προσβολή. Είναι θεμιτό επίσης να συνδράμουν τα εναέρια για να ανακοπεί η πυρκαγιά που έφτασε στα όρια κατοικημένης περιοχής, η οποία αποφασίστηκε να μην εκκενωθεί. Επειδή π.χ. βρίσκεται σε “προστατευμένη”- στρατηγική θέση, εξαιτίας του προσανατολισμού και της θέσης της, σε σχέση με την πυρκαγιά και μπορεί να “φιλοξενήσει” προσωρινά πληθυσμό και από γειτονικούς οικισμούς, οι οποίοι θα πληγούν από την πυρκαγιά. Ναι, εκεί είναι αναγκαίο και επιβεβλημένο μάλιστα να ενισχύσουν-προστατεύσουν τα εναέρια μέσα την “ζώνη”- στρατηγικό οικισμό.
Δεν είναι όμως θεμιτό (ούτε και αποτελεσματικό πολλές φορές), να προσπαθούν τα εναέρια μέσα να σβήσουν τις αδηφάγες φλόγες με άμεση προσβολή και να κινδυνεύουν τα πληρώματά τους. Και σίγουρα δεν είναι θεμιτό (και μάλλον ανεπίτρεπτο), η εργασία των επίγειων δυνάμεων (Ε.ΜΟ.Δ.Ε. – Πεζοπόρου), να αντικαθίσταται από τα εναέρια μέσα. Σε καμιά περίπτωση!
Η κατάχρηση οδηγεί σε απώλειες. Και η αλόγιστη χρήση των εναέριων μέσων, έτσι αβασάνιστα, άκριτα και με το παραμικρό, θα οδηγήσει σαφώς στην πρόωρη γήρανση τους. Διότι κι αυτά έχουν ένα προσδόκιμο ζωής. Και επίσης ας μην ξεχνάμε ότι τα χειρίζονται άνθρωποι, δεν είναι τηλεκατευθυνόμενα… Είναι τιμή μας να μας βοηθούν από αέρος οι πιλότοι και να έχουμε τα εναέρια, “άσσο στο μανίκι”. Την ενδεδειγμένη όμως στιγμή. Ας προσέχουμε λοιπόν, για να έχουμε.
Η διαφύλαξη του δασικού πλούτου της χώρας μας, είναι πλέον επιτακτική ανάγκη, διότι το επιβάλουν οι ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου και η διαμορφωμένη στις μέρες μας αντίληψη για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Προς την κατεύθυνση αυτή, νέες τεχνικές, χωρίς όμως να απορρίπτονται-λησμονούνται παλαιότερες, οι οποίες δοκιμάστηκαν, αποτελούν την παρακαταθήκη, την “μαγιά” και αποδίδουν ακόμη, αλλά και δοκιμή καινοτόμων τακτικών και απαγκίστρωση από τις συμβατικές-κλασσικές, όπου αυτό χρειάζεται να γίνει και έπειτα από μελέτη, μπορούν αν συμβάλουν αποφασιστικά στην αποτελεσματικότερη διαφύλαξη του πλούτου αυτού.
Αντιπύραρχος, Σωκράτης Παπαγεωργίου, Προϊστάμενος Πυρασφάλειας στον 6ο Πυρ/κό Σταθμό Θεσ/νίκης
*Το παρόν άρθρο γράφτηκε τον Μάϊο 2015 με αφορμή την πυρκαγιά στην θέση “Παλαιομονάστηρο” Ολύμπου τον Αύγουστο 2013 και υποβλήθηκε ως πρόταση στο Τμήμα Επιχειρήσεων Δασοπυρόσβεσης Α.Π.Σ. τον Οκτώβρη 2016, με αφορμή την πυρκαγιά της Θάσου το Καλοκαίρι του 2016.
