14-10-2026, Ω/19:00′
Ο ενδοαμερικανικός επιχειρηματικός ανταγωνισμός για τον Κάθετο Διάδρομο, ο ΑΚΤΩΡ και οι αποκαλύψεις της Wall Street Journal
Η αντικατάσταση του ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά αποτελεί στρατηγική επιδίωξη της Ουάσιγκτον. Είναι όμως και μια επιχειρηματική ευκαιρία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Και καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να κατακτήσουν μεγαλύτερο μερίδιο της ευρωπαϊκής αγοράς, ανακύπτει ένα ερώτημα που συνήθως χάνεται πίσω από τις διακηρύξεις περί ενεργειακής ασφάλειας:
Ποιες αμερικανικές εταιρείες θα πουλήσουν το αέριο και ποιοι θα αναλάβουν να το μεταφέρουν στους Ευρωπαίους καταναλωτές;
Στην περίπτωση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η απάντηση περνά από την Ελλάδα και τον λεγόμενο Κάθετο Διάδρομο. Ένα δίκτυο τερματικών σταθμών και αγωγών που μπορεί να μεταφέρει φυσικό αέριο από τις ελληνικές ακτές προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουκρανία και άλλες χώρες της περιοχής.
Η αμερικανική κυβέρνηση στηρίζει πολιτικά αυτό το σχέδιο. Δεν έχει όμως μία και μοναδική αμερικανική εταιρεία να εξυπηρετήσει. Υπάρχουν ανταγωνιστές που διεκδικούν:
- μακροχρόνια συμβόλαια,
- πρόσβαση στις ίδιες υποδομές
- την εύνοια των ίδιων κυβερνητικών παραγόντων.
Σε αυτό το περιβάλλον αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι κινήσεις της Αμερικανίδας πρέσβειρας στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, οι διαδοχικές αποκαλύψεις της Wall Street Journal και ορισμένες συναντήσεις του ιδιοκτήτη της, Ρούπερτ Μέρντοχ, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Venture Global και Atlantic SEE LNG Trade
Τον Νοέμβριο του 2025, στη διάρκεια της ενεργειακής διάσκεψης P-TEC στην Αθήνα, η αμερικανική εταιρεία παραγωγής και εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου Venture Global υπέγραψε εικοσαετή συμφωνία προμήθειας LNG με την Atlantic SEE LNG Trade, μια κοινή ελληνική εταιρεία που δημιούργησαν ο όμιλος AKTOR, με συμμετοχή 60%, και η ΔΕΠΑ Εμπορίας, με 40%. Η ελληνική κοινοπραξία αναλαμβάνει να αγοράζει το αμερικανικό αέριο (από την Venture Global) και να το διαθέτει στις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αξιοποιώντας τις υποδομές του Κάθετου Διαδρόμου.
Τον Ιούνιο του 2026, η συμφωνία διευρύνθηκε, με τις προβλεπόμενες ποσότητες να φτάνουν το ένα εκατομμύριο τόνους ετησίως από το 2030. Παράλληλα, η Atlantic SEE προχώρησε σε επαφές και συμφωνίες για τη διοχέτευση αμερικανικού αερίου στις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ουκρανίας.
Η Venture Global αποκτούσε έτσι σημαντικό εμπορικό προβάδισμα. Όχι όμως και αποκλειστικότητα. Ο Κάθετος Διάδρομος δεν αποτελεί ιδιωτικό δίκτυο της συγκεκριμένης εταιρείας, ενώ η ίδια η Atlantic SEE έχει συνεργαστεί και με την BP για την προμήθεια αερίου προς την Ουκρανία.
Ο ανταγωνιστής Argent LNG
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Argent LNG του Τζόναθαν Μπας διεκδικεί επίσης θέση στην ευρωπαϊκή αγορά. Η εταιρεία αναπτύσσει εξαγωγικό τερματικό στη Λουιζιάνα και αναζητά εμπορικές συμφωνίες και επενδυτές. Δεν διαθέτει ακόμη την παραγωγική και εμπορική ισχύ της Venture Global, αλλά έχει κάθε λόγο να ενδιαφέρεται για τις αγορές που ανοίγουν στα Βαλκάνια.
Και εδώ εμφανίζεται η πρώτη δημόσια ένδειξη του ενδοαμερικανικού ανταγωνισμού.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 2026, ο Τζόναθαν Μπας, επικεφαλής της αμερικανικής Argent LNG, κατήγγειλε μέσω της Wall Street Journal (ιδιοκτησίας Μέρντοχ) ότι η πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, αγνοούσε την εταιρεία του, ενώ υποστήριζε ανταγωνιστικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Η πλευρά της πρέσβειρας απέρριψε την καταγγελία.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος διαθέτει το φθηνότερο αέριο ή την καλύτερη εμπορική πρόταση. Είναι και ποιος εξασφαλίζει την υποστήριξη της αμερικανικής διπλωματίας στην προσπάθεια να κατακτήσει μια νέα αγορά.
Η Γκίλφοϊλ, η AKTOR και η ρουμανική παράμετρος
Η δραστηριότητα της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ δεν περιορίστηκε στη διπλωματική υποστήριξη του Κάθετου Διαδρόμου. Σύμφωνα με αποκαλύψεις της Wall Street Journal, η Αμερικανίδα πρέσβειρα ανέπτυξε στενές σχέσεις με στελέχη της AKTOR, ενώ στις επαφές της με κυβερνητικούς παράγοντες της περιοχής εμφανιζόταν και ο Χρήστος Μαραφάτσος, εγγεγραμμένος λομπίστας της ελληνικής εταιρείας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κατά το δημοσίευμα, η AKTOR είχε καταβάλει στον Μαραφάτσο 160.000 δολάρια έως τον Ιούνιο του 2026 για υπηρεσίες εκπροσώπησης συμφερόντων. Η Γκίλφοϊλ και η ελληνική εταιρεία αρνούνται οποιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά. Οι αποκαλύψεις, ωστόσο, θέτουν ένα ουσιαστικό ερώτημα.
Πού τελειώνει η θεμιτή υποστήριξη των αμερικανικών εξαγωγών και πού αρχίζει η προνομιακή μεταχείριση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων;
Στην υπόθεση προστίθεται και η ρουμανική παράμετρος.
Στις 18 Μαρτίου 2026, στη διάρκεια δείπνου στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, η Γκίλφοϊλ φέρεται, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, να προέβλεψε την πτώση της ρουμανικής κυβέρνησης. Μάλιστα, κατά το ίδιο δημοσίευμα, απέδωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δυνατότητα να προκαλούν ανάλογες πολιτικές ανατροπές, ακόμη και στην Ελλάδα.
Τον Μάιο ακολούθησε η πτώση της κυβέρνησης στη Ρουμανία. Και στις 6 Αυγούστου η κρατική ρουμανική Transgaz υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας με την Argent LNG, τη μικρότερη αμερικανική εταιρεία που είχε διαμαρτυρηθεί για τη στάση της Γκίλφοϊλ.
Το μνημόνιο αφορούσε τη διερεύνηση συμμετοχής της Transgaz στο εξαγωγικό έργο της Argent στη Λουιζιάνα. Δεν ήταν οριστική επενδυτική συμφωνία. Αποτύπωνε όμως την προσπάθεια της Argent να αποκτήσει δικό της επιχειρηματικό έρεισμα στην περιοχή.
Η χρονική ακολουθία είναι ενδιαφέρουσα, χωρίς να αποδεικνύει αιτιώδη σύνδεση. Η Ρουμανία εμφανίζεται ταυτόχρονα ως:
- κρίσιμος κρίκος του Κάθετου Διαδρόμου,
- πεδίο ανταγωνισμού αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών και
- χώρα στην οποία εκδηλώθηκε μια κυβερνητική κρίση που η Γκίλφοϊλ φέρεται να είχε προαναγγείλει.
Και ενώ όλα αυτά εξελίσσονται, μια δεύτερη αντιπαράθεση, αυτή ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ρούπερτ Μέρντοχ, προσθέτει μια ακόμη πολιτική διάσταση στην υπόθεση.
Ο Μέρντοχ, η αγωγή Τραμπ και οι συναντήσεις με τον Μητσοτάκη
Στο ήδη σύνθετο σκηνικό του ενεργειακού ανταγωνισμού προστίθεται και μια άλλη αντιπαράθεση, αυτή ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ρούπερτ Μέρντοχ, τον άνθρωπο που εξακολουθεί να ασκεί τεράστια επιρροή στον αμερικανικό μιντιακό και πολιτικό κόσμο.
Στις 18 Ιουλίου 2025, ο Τραμπ κατέθεσε αγωγή ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων εναντίον του Μέρντοχ, της News Corp και της Wall Street Journal. Αφορμή ήταν δημοσίευμα της εφημερίδας για μια φερόμενη επιστολή του Αμερικανού προέδρου προς τον Τζέφρι Έπσταϊν, την αυθεντικότητα της οποίας ο ίδιος αρνείται κατηγορηματικά.
Στο μεταξύ, στις 21 Αυγούστου 2025, περίπου έναν μήνα μετά την έναρξη της δικαστικής σύγκρουσης, ο Μέρντοχ συναντήθηκε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην Τήνο. Στο δείπνο συμμετείχαν οι σύζυγοί τους, καθώς και δύο ισχυρά στελέχη του ομίλου, η Ρεμπέκα Μπρουκς και ο Κιθ Πουλ.
Έναν χρόνο αργότερα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2026, δημοσιοποιήθηκε και δεύτερη συνάντηση, αυτή τη φορά με γεύμα στο Μέγαρο Μαξίμου και σχεδόν την ίδια σύνθεση.
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν τις δύο συναντήσεις με τις ενεργειακές συμφωνίες ή με τη δικαστική διαμάχη Τραμπ–Μέρντοχ. Ούτε έχει τεκμηριωθεί οικονομική συμμετοχή του Μέρντοχ στις ανταγωνίστριες εταιρείες LNG.
Η χρονική συγκυρία, ωστόσο, παρουσιάζει ενδιαφέρον. Ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας (Μέρντοχ) που βρίσκεται σε δικαστική σύγκρουση με τον Αμερικανό πρόεδρο διατηρεί προσωπική επαφή με τον Έλληνα πρωθυπουργό, την ώρα που η Ελλάδα αποκτά κεντρικό ρόλο στην αμερικανική ενεργειακή στρατηγική για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Και λίγο αργότερα, η ίδια εφημερίδα (του Μέρντοχ) θα δημοσιεύσει διαδοχικές αποκαλύψεις για τη δραστηριότητα της Γκίλφοϊλ, τις σχέσεις της με την AKTOR και τις αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις της στη Ρουμανία.
Οι συμπτώσεις δεν αποδεικνύουν συντονισμό. Αναδεικνύουν όμως ένα περιβάλλον στο οποίο η επιχειρηματική ισχύς, η πολιτική επιρροή και ο έλεγχος της πληροφορίας συγκλίνουν…
Οι αποκαλύψεις, η Γκίλφοϊλ και η επόμενη ημέρα
Οι αποκαλύψεις της Wall Street Journal για την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ δεν περιορίστηκαν στις σχέσεις της με την AKTOR και στις αμφιλεγόμενες δηλώσεις της για τη Ρουμανία.
Στις αρχές Οκτωβρίου, η εφημερίδα επανήλθε με καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες η Αμερικανίδα πρέσβειρα είχε ζητήσει από χρηματοδότη του Ντόναλντ Τραμπ 100.000 δολάρια για την εξόφληση προσωπικής οφειλής, προσφέροντας ως αντάλλαγμα πρόσβαση σε κυβερνητικούς αξιωματούχους. Ο χρηματοδότης φέρεται να μην κατέβαλε το ποσό, ενώ η πλευρά της Γκίλφοϊλ αμφισβητεί τη γνησιότητα των σχετικών μηνυμάτων.
Η νέα δημοσιογραφική παρέμβαση ενίσχυσε την πολιτική πίεση προς την πρέσβειρα και τελικά στην αποπομπή της.
Αυτή η εξέλιξη προφανώς δεν θα ακυρώσει τις συμφωνίες που έχουν ήδη υπογραφεί μεταξύ της Venture Global και της Atlantic SEE. Θα μπορούσε, όμως, να μεταβάλει τις ισορροπίες γύρω από τις επόμενες συμφωνίες, ιδίως εάν η ενδεχόμενη νέα ηγεσία της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα επέλεγε να διατηρήσει μεγαλύτερες αποστάσεις από συγκεκριμένα επιχειρηματικά σχήματα.
Και εδώ επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα. Ποιος θα πουλήσει το αμερικανικό φυσικό αέριο στην Ευρώπη;
Η Venture Global έχει ήδη εξασφαλίσει σημαντικό προβάδισμα. Η Argent LNG αναζητά τη δική της θέση, έχοντας μάλιστα αναπτύξει συνεργασία με τη ρουμανική Transgaz αλλά και την αλβανική αντίστοιχη κρατική εταιρεία, μπαίνοντας σφήνα στην συμφωνία που ήδη έχει υπογράψει (με την ενεργό συνδρομή της Γκιλφόιλ) ο ΑΚΤΟΡ με την αλβανική εταιρία ..
Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο ανταγωνισμός των εταιρειών LNG υπαγόρευσε τις αποκαλύψεις της Wall Street Journal. Ούτε ότι ο Ρούπερτ Μέρντοχ επιδιώκει, μέσω της εφημερίδας του, να ανατρέψει συγκεκριμένες ενεργειακές συμφωνίες.
Υπάρχει, ωστόσο, μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διεκδικούν μόνο γεωπολιτική επιρροή μέσω του φυσικού αερίου. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το ποια θα μετατρέψει αυτή την επιρροή σε μακροχρόνια κέρδη.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς στο επίκεντρο του ενδοαμερικανικού επιχειρηματικού ανταγωνισμού για την πώληση του αμερικανικού LNG αμερικανικό φυσικό αέριο. Κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης τεράστιων οικονομικών συμφερόντων, που διεκδικούν συμβόλαια δισεκατομμυρίων και πολιτική επιρροή.
Και η ελληνική κυβέρνηση, που επενδύει πολιτικά στον ρόλο της χώρας ως ενεργειακού κόμβου, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πολύ μεγαλύτερο παιχνίδι από αυτό που ενδεχομένως υπολόγιζε.
Συμπέρασμα: Το θέμα , λοιπόν, δεν είναι πλέον μόνο ποιος θα πουλήσει το αέριο και ποιος θα εισπράξει τα κέρδη. Είναι ότι η Αθήνα βρίσκεται ήδη στη δίνη μιας σύγκρουσης τεράστιων συμφερόντων, της οποίας τους όρους και την έκβαση καθορίζουν άλλοι.
imerodromos.gr / Δημήτρης Μηλάκας
