Το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής στο Κερατσίνι στη διάρκεια της κατοχής | ΔΕΗ/ YouTube
13-10-2026, Ω/07:50′
Η Μάχη της Ηλεκτρικής: Ο πατέρας του Βέγγου, δύο ήρωες του Ολυμπιακού και οι Κασιδιάρηδες
Την ημέρα που η Αθήνα πανηγύριζε την απελευθέρωσή της από τις ναζιστικές ορδές, στο Κερατσίνι πολίτες και αντάρτες ετοιμαζόντουσαν για μια από τις σημαντικότερες και κομβικότερες μάχες στην περιοχή: αυτή που θα έκρινε αν το λεκανοπέδιο θα βυθιζόταν στο σκοτάδι ή όχι.
Τη Μάχη της Ηλεκτρικής που έγινε μια ημέρα σαν σήμερα, 13 Οκτωβρίου 1944 και έσωσε το λεκανοπέδιο από ένα blackout που θα κρατούσε πολύ καιρό και θα είχε δραματικές επιπτώσεις για τον δοκιμαζόμενο λαό.
Σε εκείνη την πολυθρύλητη μάχη οι ναζί υπέστησαν μία ακόμα ήττα και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν με κατεβασμένο το κεφάλι. Το ίδιο θα έπρεπε να έχει συμβεί και με τους ντόπιους συνεργάτες τους.
Εκείνοι, ωστόσο, κατάφεραν και όχι απλά γλίτωσαν αλλά «ξεπλύθηκαν» από το εμφυλιακό και μετεμφυλιακό κράτος, στέλνοντας, μάλιστα, τους πολιτικούς τους εχθρούς στο εκτελεστικό απόσπασμα. Και ποιοι ήταν οι πολιτικοί τους αντίπαλοι; Οι νικητές της Μάχης της Ηλεκτρικής!
Η Μάχη της Ηλεκτρικής
Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου 1944 ένας Γερμανός στρατιώτης ανεβαίνει στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και κατεβάζει τη ναζιστική σημαία. Την ίδια, ώρα, στο Σύνταγμα οι τελευταίοι αξιωματικοί της Βέρμαχτ κατέθεταν στεφάνι στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.
Λίγη ώρα μετά εγκατέλειπαν την Αθήνα πηγαίνοντας προς τον Βορά. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει για την πρωτεύουσα της Ελλάδας. Η Αθήνα μετά από 1.264 ημέρες σκλαβιάς ανάσανε ξανά ελεύθερη.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, στον Πειραιά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οι Γερμανοί πριν αποχωρήσουν θέλησαν να ανατινάξουν το εργοστάσιο της «Ηλεκτρικής» στο Κερατσίνι. Αυτό δεν ήταν αυτό ένα απλό εργοστάσιο. Δεν ήταν ένα από τα πολλά.
Ήταν η σημαντικότερη ενεργειακή μονάδα της χώρας και αυτή που αποκλειστικά τροφοδοτούσε με ρεύμα ολόκληρο το λεκανοπέδιο. Πιθανή καταστροφή του στην πραγματικότητα θα σήμαινε πως για άγνωστο (αλλά σίγουρα μεγάλο) χρονικό διάστημα η πρωτεύουσα θα έμενε χωρίς ρεύμα, τα εργοστάσια δεν θα δούλευαν, θα «πάγωναν» ΗΣΑΠ και Τραμ ενώ και το λιμάνι θα υπολειτουργούσε.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η μάχη που προετοιμαζόταν ήταν ζωτικής σημασίας. Η περιγραφή, από την επίσημη ιστοσελίδα του Δήμου Κερατσινίου, του τι ακολούθησε είναι συγκλονιστική:
«Τα χαράματα της 13ης Οκτωβρίου η περιοχή συγκλονίστηκε από τη δυνατή έκρηξη που προκλήθηκε από την ανατίναξη των εγκαταστάσεων της Shell στο Πέραμα.
Αμέσως εκδηλώθηκε γενική κινητοποίηση των κατοίκων, οι οποίοι έστησαν πρόχειρα οδοφράγματα αποκλείοντας την περιοχή, ενώ το 2ο τάγμα του ΕΛΑΣ της Κοκκινιάς τοποθετήθηκε στο νεκροταφείο, προκειμένου να εμποδίσει πιθανές μετακινήσεις άλλων γερμανικών δυνάμεων. Στις 6.45 εμφανίστηκε το γερμανικό απόσπασμα που είχε ανατινάξει τη Shell και το οποίο είχε λάβει τη διαταγή να καταστρέψει τα εργοστάσια του Αγίου Γεωργίου και του Νέου Φαλήρου, όπως ομολόγησε αργότερα ο επικεφαλής Γερμανός Χανς Λίντερμαν που συνελήφθη αιχμάλωτος.
Το απόσπασμα ανήκε στο ειδικό επί των ανατινάξεων τμήμα του Μηχανικού των SS.
Αποτελείτο από 56 άνδρες βαριά οπλισμένους με αυτόματα και τέσσερα μηχανοκίνητα πολυβόλα (…) μόλις οι Γερμανοί πλησίασαν την πύλη του εργοστασίου, ο σκοπευτής Χρήστος Φερούσης πυροβόλησε μέσα από το εργοστάσιο τον οδηγό του πρώτου οχήματος, υποχρεώνοντας τη φάλαγγα να ακινητοποιηθεί κοντά στο γεφυράκι. Αμέσως μια χειροβομβίδα ανατίναξε ένα από τα γερμανικά οχήματα.
Αιφνιδιασμένοι οι Γερμανοί δέχτηκαν καταιγιστικά πυρά από μια απόσταση περίπου εξήντα – εκατό μέτρων, που προερχόταν από όλες τις κατευθύνσεις (…). Άρχισε έτσι η επίθεση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, του οποίου ο υποτυπώδης οπλισμός αποτελείτο από λίγα ταλαιπωρημένα και αναξιόπιστα ιταλικά όπλα, μερικά περίστροφα και αρκετές χειροβομβίδες, στις οποίες ουσιαστικά στήριξαν όλη την επιχείρηση. Οι Γερμανοί προέβαλαν σθεναρή αντίσταση, γεγονός που ανάγκασε τον Βαρυτιμίδη και το Μωυσιάδη να ζητήσουν ενισχύσεις από τις εφεδρικές δυνάμεις της Κοκκινιάς.
Πράγματι, ο κομματικός υπεύθυνος του Κερατσινίου Μίχος, μετά από συνεννόηση με τον αντίστοιχο υπεύθυνο της Κοκκινιάς, Παράσχο, επιβιβάστηκαν σε τρεις πυροσβεστικές αντλίες και έσπευσαν στον τόπο της συμπλοκής.
Έπειτα από σκληρή μάχη που διήρκεσε περισσότερο από τρεις ώρες, άρχισε η σταδιακή παράδοση των Γερμανών, οι οποίοι ήδη μετρούσαν εννέα νεκρούς και δεκαέξι τραυματίες (…). Είκοσι περίπου συνελήφθησαν αιχμάλωτοι μεταξύ αυτών και ο επικεφαλής τους Λίντερμαν.
Το εργοστάσιο της ”Ηλεκτρικής” είχε διασωθεί. Επιπλέον, η εξουδετέρωση του αποσπάσματος ανατινάξεων των SS απέτρεψε τεράστιες καταστροφές σε εγκαταστάσεις υποδομής, καθοριστικές για την οικονομία της Ελλάδας. Στο πεδίο της τιμής, όμως, 11 πατριώτες είχαν σκοτωθεί και άλλοι 8 ήταν τραυματίες. Την ημέρα που ολόκληρη η Ελλάδα πανηγύριζε, το ηρωικό Κερατσίνι κήδευε τους νεκρούς της μάχης της ”Ηλεκτρικής” στον περίβολο του εργοστασίου».
Οι απώλειες του εχθρού ήταν 11 νεκροί, 21 τραυματίες και 24 αιχμάλωτοι.
Από τους υπερασπιστές της Ηλεκτρικής νεκροί έπεσαν 11 αγωνιστές, μεταξύ των οποίων 3 εργαζόμενοι της Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών – Πειραιώς: Αντώνης Καλαποθάκος, Νέστορας Γεωργιάδης, Δημήτρης Μαργαρώνης, Γεώργιος Γκούρδας, Παναγιώτης Κοσμίδης, Ανδρέας Κούνουπας, Παναγιώτης Μαυρομάτης, Ιωάννης Ηλιόπουλος, Γρηγόρης Μεγγίσογλου, Ακρίτας Τοροσίδης, Παπάζογλου Συρίγος.
«Οι περισσότεροι δεν είχον παρά πιστόλια και καμιά χειροβομβίδα, αλλά η λύσσα των και ο φανατισμός των ήτο άνευ περιγραφής, ερρίπτοντο μέσα στα λυσσασμένα πυρά των Γερμανών μ’ έναν νεανικό ενθουσιασμό ζητωκραυγάζοντες σαν τρελλοί» τόνιζαν για τους αντάρτες οι αναφορές των διοικητών του ΕΛΑΣ μετά το τέλος της μάχης.
«Ἡ λαμπρή νίκη ποῦ στεφάνωσε τά ὅπλα σας χαιρετίστηκε ἀπό τό Πανελλήνιο σάν μιά ἀκόμα ἐπιβεβαίωσι ὅτι τά παιδιά τῆς Ἀθάνατης Ἑλλάδας οὐδέποτε θά σκύψουν κάτω ἀπό τό βάρβαρο καί τυρανικό ζυγό. Καί ἡ συναίσθησι ὅτι ἐκάματε τό καθῆκον σας πρός τήν Πατρίδα εἶναι ἡ μόνη ἱκανοποίησί σας. Κλαῖμε μαζύ σας τούς ἔνδοξους νεκρούς κι΄ ἡ μνήμη τους, ἄς εἶστε βέβαιοι, δέν θά σβυστῆ ἀπό τό χρόνο ποῦ φθείρει τούς θνητούς», έγραψε η ίδια Ηλεκτρική Εταιρεία σε επιστολή της προς τον ΕΛΑΣ Πειραιά στις 18/10/1944.
Ως ένδειξη σεβασμού και τιμής στους υπερασπιστές της Ηλεκτρικής Εταιρείας, πριν μερικά χρόνια, με πρωτοβουλία και εισήγηση του τότε προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ΔΕΗ Μανώλη Παναγιωτάκη, καθιερώθηκε η επέτειος της Μάχης της Ηλεκτρικής ως η επίσημη γιορτή και αργία της επιχείρησης και των εργαζομένων της.
Η άγνωστη ιστορία της οικογένειας του Θανάση Βέγγου
Είναι γνωστό και ιστορικά αποδεδειγμένο πως οι περισσότεροι από τους δωσίλογους μετά το τέλος της κατοχής όχι απλά δεν τιμωρήθηκαν όπως θα έπρεπε αλλά «επιβραβεύτηκαν» κιόλας λαμβάνοντας κρίσιμες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό.
Έτσι, ήταν περίπου δεδομένο, πως οι άνθρωποι αυτοί θα τιμωρούσαν όσους βρέθηκαν απέναντί τους στα πεδία των μαχών.
Αυτό ακριβώς έγινε και στην περίπτωση της «Ηλεκτρικής» όπου οι αγωνιστές που την υπερασπίστηκαν βρέθηκαν στο τέλος κυνηγημένοι. Ένας από αυτούς ήταν και ο πατέρας του σπουδαίου Θανάση Βέγγου.
Ο ηρωικός Βασίλης Βέγγος, εργαζόταν στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού Πειραιά και ήταν και μαχητής του ΕΛΑΣ στην περιοχή. Ήταν τόσο φτωχός που δεν είχε καν ρεύμα στο σπίτι του. Ένας ευγενικός και εργατικός άνθρωπος.
Ο Βασίλης Βέγγος ήταν αυτός που ειδοποίησε τους αντάρτες του ΕΛΑΣ πως οι Γερμανοί ετοιμάζονται να ανατινάξουν το εργοστάσιο και στη συνέχεια βέβαια ξεχώρισε για τον ηρωισμό του στη Μάχη της Ηλεκτρικής, ωστόσο, αμέσως μετά την απελευθέρωση, το «ευχαριστώ» ήταν η… απόλυσή του!
Αυτό έφερε τα πάνω κάτω στην οικογένεια η οποία προκειμένου να επιβιώσει έπρεπε να δουλέψουν όλα της τα μέλη. Αυτό έκανε και ο 17χρονος Θανάσης. Όταν ο σπουδαίους ηθοποιός πήγε φαντάρος στάλθηκε να υπηρετήσει στην… Μακρόνησο αφού ο πατέρας του ήταν «κόκκινος». Παρέμεινε εκεί μέχρι και το 1951 αλλά από αυτή την περιπέτεια, βγήκε και κάτι θετικό. Εκεί γνωρίστηκε με τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο ο οποίος τον συμπάθησε και όταν, πλέον, απελευθερώθηκαν τον πήρε μαζί του στο μικρό στούντιο που είχε για να του κάνει μικροδουλειές. Εκεί ο νεαρός Θανάσης Βέγγος, έκανε τους πάντες να γελάνε με το πηγαίο χιούμορ του και κάπως έτσι ο Κούνδουρος ανακάλυψε έναν από τους σπουδαιότερους κωμικούς που έβγαλε ποτέ αυτή η χώρα.
Ο Γόδας, ο Μουράτης και οι Κασιδιάρηδες

Εκτός από τον πατέρα του Θανάση Βέγγου στη Μάχη της Ηλεκτρικής πήραν μέρος και δυο ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού! Ο Νίκος Γόδας και ο Ανδρέας Μουράτης.
Ο Ανδρέας Μουράτης, γνωστός ως «Μιζούρι» από το θωρηκτό των ΗΠΑ, λόγω του δυναμισμού που είχε στο παιχνίδι, γεννήθηκε το 1926 και ήταν 18 ετών κατά τη Μάχη της Ηλεκτρικής. Γιος Μικρασιατών προσφύγων, εργάστηκε από νεαρή ηλικία και συνδέθηκε με τον χώρο της βιομηχανικής εργασίας στον Πειραιά. Αγωνίστηκε στην Προοδευτική και στη συνέχεια (μερικούς μήνες μετά τη Μάχη της Ηλεκτρικής) πήρε μεταγραφή στον Ολυμπιακό, όπου παρέμεινε έως το 1955.

Όταν ο Μουράτης πήρε μεταγραφή από την Προοδευτική στον Ολυμπιακό δεν απαίτησε χρηματικά ανταλλάγματα, αλλά ζήτησε να καταστρέψουν τον… φάκελό του.
Υπήρξε διεθνής και αρχηγός της εθνικής ομάδας. Στην ιστορία έμεινε η επικών διαστάσεων ατάκα του προς τη βασίλισσα Φρειδερίκη όταν εκείνη είχε πάει να συγχαρεί την ομάδα για μία επιτυχία της.
«Άκου να σου πω κυρά μου, εμείς πάντα έτσι ξηγιόμαστε. Για την πατρίδα τα δίνουμε όλα», είχε πει ο Μουράτης στην προσφώνησή του, προκαλώντας το γέλιο ακόμα και της Φρειδερίκης.
Για τον έτερο ήρωα του Ολυμπιακού που συμμετείχε στη Μάχη της Ηλεκτρικής ότι και να γράψει κανείς είναι λίγο.
Ο Νίκος Γόδας, όταν ξεκίνησε η ναζιστική κατοχή, οργανώθηκε στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δράση ως μέλος του 5ου Επίλεκτου Λόχου του ΕΛΑΣ στην Κοκκινιά.
Στις 7 Μαρτίου του 1944 πήρε μέρος στη μάχη της Κοκκινιάς. Στη μάχη της «Ηλεκτρικής» στο Κερατσίνι, βρισκόταν στα πολυβολεία. Τα ματωμένα Δεκεμβριανά τον βρήκαν να πολεμά τους Άγγλους στο νεκροταφείο της Ανάστασης στον Πειραιά.
Στη συνέχεια ο Γόδας έφυγε από την Αθήνα και βγήκε στο βουνό. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στο Βελούχι αλλά μια ισχυρή πνευμονία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Αθήνα.
Ήταν λίγο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και το κλίμα δεν ήταν καλό για τους ηττημένους. Αδύναμος και χωρίς άλλα κουράγια, συνελήφθη μετά από «καρφωτή».
Η συνέχεια δεδομένη. Φυλακές Αβέρωφ, Αίγινα και τέλος Κέρκυρα.
Ο Γόδας ήταν ένας από τους κατηγορούμενους στη δίκη του «Ασύλου της Κοκκινιάς». Η δίκη έγινε τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1945 και σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού ήταν ένας από τους αντάρτες που εκτέλεσαν δεκάδες πολιτικούς τους αντιπάλους.
Ταγματασφαλίτες και πάσης φύσεως συνεργάτες των κατακτητών που, πλέον, εμφανίζονταν ως εθνικόφρονες πατριώτες ήταν οι μάρτυρες κατηγορίας.
Ανάμεσα σε αυτούς ξεχωρίζουν τα ονόματα του Λουκά και του Δημήτρη Κασιδιάρη. Τα δύο αδέρφια από τα Μανιάτικα του Πειραιά ήταν από τους πλέον γνωστούς συνεργάτες των ναζί. Γνωστός, άλλωστε, είναι ο ματωμένος ρόλος τους στο Μπλόκο της Κοκκινιάς που κατέδιδαν αγωνιστές της αντίστασης στους Γερμανούς και εκείνοι τους εκτελούσαν.
Οι Κασιδιάρηδες εμφανίστηκαν στη δίκη του Γόδα και έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους (είπαν, δηλαδή, όσα ψέματα ήταν απαραίτητα – μέχρι και ότι ο Γόδας στην Ηλεκτρική σκότωνε με το πολυβόλο του Έλληνες εθνικόφρονες) προκειμένου ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού και ήρωας της Αντίστασης να καταλήξει στο απόσπασμα όπως και τελικά έγινε.
Ο Γόδας, αρνήθηκε πολλές φορές να γίνει «δηλωσίας» και εκτελέστηκε στις 19 Νοέμβρη του 1948. «Να μου ρίξετε και να με δολοφονήσετε με τη φανέλα του Ολυμπιακού και να μην μου δέσετε τα μάτια, για να βλέπω τα χρώματα της ομάδας μου πριν τη χαριστική βολή»! Αυτά ήταν και τα τελευταία του λόγια.
Στο παρελθόν έχουν διατυπωθεί ισχυρισμοί περί οικογενειακής σύνδεσης του καταδικασμένου για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής, Ηλία Κασιδιάρη με τους δωσίλογους και συνεργάτες των Ναζί, Κασιδιάρηδες.
Στην πραγματικότητα αν και το επώνυμο, ο τόπος καταγωγής αλλά και η… ιδεολογική ταυτότητα, είναι κοινά ο ακριβής βαθμός συγγένειας (αν αυτός υπάρχει) δεν είναι απόλυτα τεκμηριωμένος και άρα δεν έχει αποδειχθεί με πάσα βεβαιότητα.
