27-09-2026, Ω/18:32′
ΤΙΤΛΟΣ: Όταν η ανάγκη βαφτίζεται ευημερία
ΥΠΟΤΙΤΛΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ
«Η κανονικοποίηση της στέρησης και μια επικίνδυνη αντίληψη για την κοινωνική πραγματικότητα»
Τον τελευταίο καιρό στον δημόσιο διάλογο ακούστηκαν δύο πολιτικές τοποθετήσεις που, αν και ειπώθηκαν σε διαφορετικές περιστάσεις, παρουσιάζουν την ίδια «κοινή λογική»
Η πρώτη ήταν ότι «για να ψωνίζουμε, σημαίνει πως έχουμε», με αφορμή τη συζήτηση για τις τιμές και την κατανάλωση στα σούπερ μάρκετ.
Και η δεύτερη ήταν η διαπίστωση ότι οι εθνικές οδοί είναι γεμάτες αυτοκίνητα και ότι «υπάρχει υπερκατανάλωση παντού», σαν απάντηση στις επισημάνσεις για τη δυσκολία των πολιτών να αντιμετωπίσουν το κόστος των καυσίμων και της καθημερινότητας.
Με μια πρώτη ματιά πρόκειται απλώς για δύο δηλώσεις που μέσα σε ένα πλαίσιο συζήτησης ειπώθηκαν στη ροή του λόγου.
Αν όμως απομονώσουμε τα πρόσωπα και εξετάσουμε τη συλλογιστική τους, προκύπτει ένα πολύ σοβαρότερο κοινωνικό ζήτημα.
Από πότε η κάλυψη μιας ανάγκης, μιας ανελαστικής δαπάνης, αποτελεί απόδειξη ευημερίας;
Ο άνθρωπος πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ επειδή πρέπει να φάει. Ο γονιός πρέπει να αγοράσει γάλα για το παιδί του. Ο συνταξιούχος πρέπει να προμηθευτεί τα βασικά είδη του σπιτιού του.
Το ότι στέκονται όλοι στο ταμείο δεν μας πληροφορεί αν τους περισσεύουν χρήματα. Δεν μας λέει τι άφησαν πίσω στο ράφι, τι περιόρισαν, τι ανέβαλαν ούτε από ποια άλλη ανάγκη στέρησαν χρήματα για να πληρώσουν τον λογαριασμό.
Το ίδιο ισχύει και για το αυτοκίνητο.
Χιλιάδες άνθρωποι δεν μετακινούνται επειδή η βενζίνη τούς φαίνεται φθηνή. Μετακινούνται επειδή πρέπει να πάνε στη δουλειά τους, στον γιατρό, στα παιδιά και στα εγγόνια τους, να εξυπηρετήσουν έναν ηλικιωμένο γονέα ή επειδή ζουν σε περιοχές όπου οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι ανεπαρκείς ή ανύπαρκτες.
Το αυτοκίνητο στον δρόμο αποδεικνύει ότι κάποιος μετακινείται. Δεν αποδεικνύει ότι δεν τον επιβαρύνει το κόστος της μετακίνησης.
Εδώ μια φαινομενικά απλή οικονομική παρατήρηση αποκτά κοινωνική διάσταση.
Έτσι δημιουργείται σταδιακά μια παράξενη αντιστροφή:
Αφού αγοράζεις τρόφιμα, έχεις χρήματα.
Αφού κινείς το αυτοκίνητο, αντέχεις τη βενζίνη.
Αφού πληρώνεις το ρεύμα, μπορείς να πληρώσεις το ρεύμα.
Αφού ακόμη τα καταφέρνεις, επομένως δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.
Και κάπως έτσι το μέτρο μετατοπίζεται. Δεν είναι πλέον η ποιότητα ζωής, αλλά η δυνατότητα επιβίωσης. Δεν εξετάζεται τι μπορεί να εξασφαλίσει ένας άνθρωπος με το εισόδημά του, αλλά μέχρι πού μπορεί να περιορίσει τις ανάγκες του για να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις του.
Κι όμως, τα κοινωνικά δεδομένα απαιτούν πολύ μεγαλύτερη προσοχή.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 27,5% του πληθυσμού της Ελλάδας βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Απέναντι σε τέτοια στοιχεία δεν επαρκούν οι εικόνες ενός γεμάτου σούπερ μάρκετ ή μιας γεμάτης εθνικής οδού.
Χρειάζονται πραγματικά μεγέθη: εισόδημα, αγοραστική δύναμη, κόστος στέγασης και ενέργειας, τιμές τροφίμων, δαπάνες υγείας και μετακίνησης και, ιδιαίτερα για τους συνταξιούχους, η πραγματική αξία της σύνταξης μετά την επίδραση της ακρίβειας.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση.
Ο δημόσιος λόγος δεν αποτελείται μόνο από αριθμούς. Έχει και κοινωνικό βάρος.
Για έναν άνθρωπο που έχει περάσει μια ολόκληρη ζωή εργαζόμενος, που έχει πληρώσει εισφορές, έχει μεγαλώσει οικογένεια και σήμερα προσπαθεί να οργανώσει το σπίτι του μέσα σε ένα συγκεκριμένο εισόδημα, η απάντηση «αφού ψωνίζεις, σημαίνει ότι έχεις» δεν αποτελεί οικονομική ανάλυση.
Είναι η ακύρωση της καθημερινής εμπειρίας του πολίτη αυτής της χώρας.
Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε σε κανέναν κρυφές προθέσεις για να εξετάσουμε το αποτέλεσμα αυτής της λογικής. Όταν τέτοιες τοποθετήσεις επαναλαμβάνονται στον δημόσιο διάλογο, η συζήτηση απομακρύνεται από το ουσιαστικό ερώτημα: πώς ζει ο πολίτης και τι μπορεί πραγματικά να εξασφαλίσει με το εισόδημά του;
Το πραγματικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν εξακολουθεί να ψωνίζει, να μετακινείται ή να πληρώνει τους λογαριασμούς του. Είναι με ποιο κόστος το κάνει. Τι έχει περιορίσει, τι έχει αναβάλει και ποιες άλλες ανάγκες έχει αφήσει πίσω για να καλύψει εκείνες που δεν μπορούν να περιμένουν.
Εκεί βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης.
Μια κοινωνία δεν μπορεί να μετρά την ευημερία της με το όριο αντοχής των ανθρώπων της. Η δυνατότητα να καλύπτει κάποιος ακόμη τα απολύτως αναγκαία δεν μας λέει αν ζει με ασφάλεια και αξιοπρέπεια ούτε αν το εισόδημά του επαρκεί πραγματικά για τις ανάγκες του.
Γιατί η καθημερινή προσαρμογή στη δυσκολία δεν σημαίνει ότι η δυσκολία έπαψε να υπάρχει.
Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο που δεν πρέπει να χάσουμε μέσα στον δημόσιο διάλογο: να μη συνηθίσουμε να θεωρούμε φυσιολογικό ό,τι μέχρι χθες θα θεωρούσαμε στέρηση. Να μη βαφτίσουμε την αντοχή ευημερία και την επιβίωση κανονικότητα.
Γιάννης Μαντής, Ανώτατος Αξιωματικός Πυροσβεστικού Σώματος ε.α.
