18-05-2026, Ω/08:20′
Η λέξη ηδονή προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ήδομαι (που σημαίνει ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι), η οποία σχετίζεται με τη ρίζα της ηδονής. Η λέξη δηλώνει την έντονη απόλαυση , την ευχαρίστηση και την ικανοποίηση. Ηδονή λοιπόν σημαίνει αντίστοιχα την χαρά, την ευχαρίστηση, την ευφροσύνη, την ευαρέσκεια – σωματική και ψυχική – την αγαλλίαση, την τέρψη, την απόλαυση. Μια πλούσια γκάμα σημασιών καλύπτει η λέξη ηδονή, που ξεκινάει από την πιο χυδαία αισθησιακή απόλαυση,την ηδυπάθεια και την φιληδονία, που από μόνες τους παραπέμπουν σε παθογένεια καί νοσηρότητα. Και φθάνει ως την ανώτατη ψυχο-πνευματική κατάσταση: την αγαλλίαση, τη μακαριότητα και τον “γαληνισμό” της ψυχής για τον οποίο μας μιλάει ο Επίκουρος , τελειώνοντας την προς Ηρόδοτο, επιστολή του. Στο Λουκρήτιο επίσης η λέξη “voluptas” έχει εύρος σημασιολογικό: από τη φυσική απόλαυση μέχρι την πιο εκστατική ενατένιση του θείου.
Αυτή ακριβώς η μεγάλη διάσταση σημασιών, κατέστησε την ηδονή την πιο παρεξηγημένη κι ενοχοποιημένη λέξη της γλώσσας μας. Και μαζί και τη φιλοσοφία του Επίκουρου, που ορίζει την ηδονή “ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΩΣ ΖΗΝ”. Προϋπόθεση, δηλαδή και σκοπό της ευτυχισμένης ζωής. Η λέξη ηδονή προβάλλει πρώτη φορά στον ποιητή Σιμωνίδη ως ψυχοσωματική ευεξία.
Έντονη είναι η διάκριση της σωματικής ηδονής από την πνευματική και στον Δημόκριτο, αλλά και στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη. Ανώτερες και ευγενικότερες είναι οι πνευματικές ηδονές και μέτρο για τη διάκριση το καλό και το αληθινή. Ύψιστη απόλαυση είναι η διανοητική εργασία, να ερευνάς όσα γίνονται γύρω σου και μέσα σου. Ο Διογένης Λαέρτιος γράφει για τον Δημόκριτο: Όταν λέγει ευθυμία, δεν εννοεί το ίδιο με την ηδονή, όπως μερικοί το υποθέτουν παρερμηνεύοντας, “αλλά κατά την οποία η ψυχή βρίσκεται σε κατάσταση γαλήνης και σταθερότητας χωρίς να ταράσσεται από κανένα φόβο ή δεισιδαιμονία ή κάποιο άλλο πάθος”. (“Aλλὰ καθ’ ἣν γαληνῶς καὶ εὐσταθῶς ἡ ψυχὴ διάγει, ὑπὸ μηδενὸς ταραττομένη φόβου ἢ δεισιδαιμονίας ἢ ἄλλου τινὸς πάθους”).
Εξ΄ άλλου οι Στωικοί χαρακτήριζαν ως χαρά την “εύλογον έπαρσιν”, ως ηδονήν την “άλογον έπαρσιν”, ως τέρψη την ηδονή από την ακοή, ως ευφροσύνη την ηδονή από ωραίους λόγους.
Ο Επίκουρος, προκειμένου να διακρίνει τις κατάλληλες ηδονές από τις ακατάλληλες, αλλά και να διαχωρίσει την θέση του από τον Αρίστιππο τον Κυριναίο, χώρισε τις ηδονές σε δύο κατηγορίες. Τις κινητικές ή εν κινήσει και τις καταστηματικές ηδονές. (Οι τελευταίες προέρχονται από το ρήμα Καθίσταμαι. Κατάστημα σημαίνει κατάσταση). Οι πρώτες (κινητικές) ηδονές είναι εκείνες, οι οποίες βιώνοντάς τες, ξεπερνάμε τον πόνο που έχει προκληθεί από μία ανεκπλήρωτη επιθυμία, όπως η ικανοποίηση της πείνας ή της δίψας. Ενώ αναφερόμενος στις καταστηματικές ηδονές εννοούσε την αταραξία, την κατάσταση γαλήνης που βιώνει ο άνθρωπος μετά την ικανοποίηση της εκάστοτε επιθυμίας. Πρόκειται για μία κατάσταση ηρεμίας που οδηγεί τον άνθρωπο στην ευτυχία.
Για να γίνει αυτό πρέπει να γλιτώσει από τις μικρές και μεγάλες ταραχές που ενοχλούν την ομαλή λειτουργία της ουσίας του. Αυτό πρέπει να το επιδιώξει με όλα τα μέσα, με την επιστήμη του, τη φυσιολογία ιδιαίτερα, με το διαφωτισμό πάνω στα ουράνια και τα επίγεια και τη δύναμη της ψυχής του. Όταν λείψουν τα εμπόδια, οι σωματικοί πόνοι από αρρώστιες ή από τη στέρηση, ταραχές ψυχικές, ιδιαίτερα ο φόβος των θεών και του θανάτου, το μαρτύριο της φιλοδοξίας, η ψυχή γαληνεύει και ο άνθρωπος φτάνει στην αταραξία . Τότε μόνο αναβλύζει από τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου η καλή διάθεση, το δημιουργικό χάδι, κι αυτό του δίνει την ευκαιρία να αξιοποιήσει τον άφθονο πλούτο που έχει μέσα του. Το βασικό αυτό για την ανθρώπινη ζωή, για την ευτυχία, την καλή διάθεση, την ευεξία, όπως την ονόμαζε ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος την ονόμασε ηδονή λέξη που παρανοήθηκε, πρόκληση ίσως στους φαρισαίους της αγνότητας στο ασκητικό πνεύμα, που με τον ξεπεσμό και με τη φτώχεια άρχισε να ρημάζει τον ελληνορωμαϊκό κόσμο.
Ο Επίκουρος φτάνει στη βασική βιολογική αρχή πως η ηδονή είναι προσαρμοσμένη στη φύση μας. Αναγνώριζε και διαφέντευε το δικαίωμα και την βιολογική αποστολή της αισθησιακής ηδονής, αντίθετα με την περιφρόνησή της που έχει ταπεινές και συχνά ύποπτες αφορμές. Πρόσθεσε ακόμα πως την ικανοποίηση βιολογικής ανάγκης συντροφεύει και κανονίζει αίσθηση ευαρέσκειας ή δυσαρέσκειας. Διατυπώνει με σαφήνεια: «Από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές, άλλες μάταιες. Από τις φυσικές άλλες αναγκαίες για την ευδαιμονία, άλλες για να μην ενοχλείται το κορμί, άλλες για την ίδια τη ζωή».
Φίλες και φίλοι, ο Επίκουρος παρά τις επικρίσεις διατύπωσε θαρραλέα και με σαφήνεια πως «ο άνθρωπος είναι μονάκριβο γέννημα της φύσης, προικισμένο με ικανότητες να υψωθεί σε προσωπικότητα και να γίνει χαρά του εαυτού του και των άλλων που ζουν μαζί του». «Λάθε βιώσας», μας λέει από το μακρινό παρελθόν, τόσο επίκαιρο στο σήμερα, ο μεγάλος φιλόσοφος. Το να συνηθίζει ο άνθρωπος να ζει με ζωή απλή και όχι πολυδάπανη, τον κάνει άοκνο στις υποχρεώσεις της ζωής, κι όταν μας δίνεται η ευκαιρία για πλούσιο φαγοπότι, μας κάνει πιο καλοδιάθετους και μας οπλίζει με θάρρος στις ιδιοτροπίες της τύχης. Στοχαστικός νους – νηφάλιο λογικό – που ερευνά σε βάθος τις αιτίες για την κάθε προτίμηση ή αποφυγή και διώχνει τις φαντασιοπληξίες που είναι αφορμές για τις μεγάλες ψυχικές ταραχές. Γιατί πάνω κι από τη φιλοσοφία ακόμα, είναι η φρονιμάδα.
Σας ευχόμαστε ένα όμορφο βράδυ και μια θαυμαστή εβδομάδα.
ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΗΓΕΣ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ – Η Αληθινή Όψη του Αρχαίου Κόσμου», epicuros.gr
