ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ: ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

16-02-2026, Ω/22:30′

Κολοφώνιος φιλόσοφος και ποιητής, γιος του Δέξιου ή Ορθομένη γεννήθηκε γύρω στο 580 π.χ. Στο πρώτο μισό του έβδομου αιώνα ο Κολοφώνας κυβερνιόταν από την ολιγαρχία και ήταν ελεγχόμενη από το λαό των Λυδών. Του νεαρού Ξενοφάνη δεν του άρεσε η χαλαρή λυδική κυριαρχία. Πίστευε πως τα ήθη των συμπολιτών του είχαν χαλαρώσει από τους στρατιώτες του Κροίσου. Εξορίστηκε από την πατρίδα του και πήγε στη Ζάγκλη της Σικελίας και την Κατάνη. Έκανε πολλά ταξίδια μέχρι να εγκατασταθεί στην Ελέα της Κάτω Ιταλίας, όπου ίδρυσε τη γνωστή ελεατική σχολή. Πέρασε δια πυρός και σιδήρου. Τον έπιασαν και τον πούλησαν σκλάβο οι πειρατές, τον εξαγόρασαν οι πυθαγόρειοι Παρμενίσκος και Ορεστάδης, έθαψε τους γιους του με τα ίδια του τα χέρια και πέθανε σε μεγάλη ηλικία πάμφτωχος. Οι θεολογικές και φιλοσοφικές του απόψεις μεταφέρονται από άλλους συγγραφείς, μιας και από τα έργα του έχουν σωθεί μόνο αποσπάσματα.

Ήταν ο πρώτος που διατύπωσε τη σκέψη « Ένα είναι το Παν». Η κεντρική του ιδέα είναι πως οι θεοί του Ομήρου και του Ησίοδου είναι καρικατούρες. Έλεγε: «Αυτοί, απέδωσαν στους θεούς όλα όσα είναι επονείδιστα και αξιόμεπτα για τους ανθρώπους. Την κλοπή, τη μοιχεία και την απάτη μεταξύ τους. Ο Θεός απεναντίας είναι μια ανώτερη οντότητα, είναι το Παν και είναι Μοναδικός. Δεν εννοούσε βέβαια τον Μονοθεϊσμό. Είχε μια πανθεϊστική κοσμοθεωρία, του τύπου του Θαλή δηλαδή, όπου το καθετί είναι Θεός, και όπου το σύνολο των πραγμάτων σχηματίζει ένα Μοναδικό Όλον που έχει θεϊκό χαρακτήρα. Οι αδαείς μόνο φτιάχνουν τους θεούς τους κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσή τους. «Οι Αιθίοπες τους βλέπουν πλακουτσομύτηδες και μαύρους, οι Θράκες γαλανομάτηδες και κοκκινοτρίχηδες» και «αν τα βόδια, τα άλογα και τα λιοντάρια είχαν χέρια, θα ζωγράφιζαν τους θεούς τους όμοια με βόδια, άλογα και λιοντάρια».

Πρώτα πρώτα λέει, μιλώντας για το Θεός δεν μπορούμε να πούμε ότι Αυτός γεννήθηκε διότι το τέλειο δεν μπορεί να γεννηθεί από το ατελές: συνεπώς ο Θεός είναι αγέννητος και αιώνιος. Τέλος, οι θεοί δεν μπορούν να είναι πολλοί, γιατί τότε κάποιοι θα ήταν ανώτεροι, άλλοι κατώτεροι και είναι ασύλληπτη η ιδέα ενός κατώτερου θεού. Ούτε θα μπορούσαν να είναι ίσοι διότι το ίσο δεν είναι εξ ορισμού καλύτερο των άλλων και θα συγκρουόταν με την ανωτερότητα. Συμπεραίνοντας: ο Θεός είναι Μοναδικός, Παντοδύναμος και Σφαιρικός, και σαν τέτοιος δεν είναι ούτε άπειρος ούτε πεπερασμένος. Ο Ξενοφάνης φαίνεται ιδιαίτερα σκεπτικός στο κατά πόσον ο άνθρωπος είναι σε θέση να γνωρίσει πραγματικά έστω και τα πιο απλά. Οποιοσδήποτε μιλά για Θεούς και άλλα ζητήματα τέτοιου είδους – και εδώ συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του – πολύ απλά δε γνωρίζει, καθώς αυτή η γνώση δεν μπορεί να κατακτηθεί από τον άνθρωπο. Αμφισβητεί πολλές από τις απόψεις της εποχής του. Το ουράνιο τόξο ταυτίζονταν από τους Αρχαίους με τη Θεά Ίριδα. Ο Ξενοφάνης επιχειρεί να απομυθοποιήσει αυτές τις αντιλήψεις. Τίποτα από αυτά δεν ισχύουν, θα μας πει. Το ουράνιο τόξο είναι απλά ένα σύννεφο που συμβαίνει να έχει χρώματα.

Όσο για τον Ήλιο, και φυσικά δεν είναι Θεός. Είναι μια μπάλα φωτιάς που περνά στον ουρανό. Ο Ξενοφάνης συνεχίζει την παράδοση των τριών Μιλησίων να προσπαθεί να ερμηνεύσει τον Κόσμο βασιζόμενος λιγότερο στην παραδοσιακή ποιητική ματιά και εισάγοντας το στοιχείο της παρατήρησης και σκέψης. Η ροπή του προς την έρευνα τον έκανε να ενδιαφερθεί έντονα για τον φυσικό κόσμο, παρατηρώντας την παρουσία απολιθωμάτων ψαριών και φυκιών πάνω σε βουνοκορφές και διατυπώνοντας εικασίες γύρω από μετεωρολογικά φαινόμενα και την έκταση του κόσμου ως προς το πλάτος και το βάθος του.

Προχωρά τη σκέψη του ένα βήμα παραπέρα επισημαίνοντας πως ακόμα και εάν έχεις την τύχη να πιστέψεις, στην πραγματικότητα αυτό είναι απλά μια πίστη, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι γνώση. Ήταν υποστηρικτής του μέτρου και της γνώσης, απομυθοποιώντας τις υλικές απολαύσεις που λειτουργούν ως ανάχωμα στην πραγματική αξία της ζωής και διατεινόταν ότι τα αγαθά του πολιτισμού μας είναι δημιουργήματα του ανθρώπου και μόνο και ανήκουν αποκλειστικά σε αυτόν και σε καμία θεϊκή πρωτοβουλία και εκτέλεση. Απαρασάλευτος στις αρχές του, έσπειρε τον σπόρο της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης σε πακτωμένες τότε αντιλήψεις, διανοίγοντας διαφορετικές προοπτικές. Ο Ξενοφάνης είναι αυτός που αναφέρει το ανέκδοτο ότι ο Πυθαγόρας διέκρινε τη φωνή ενός φίλου του στο ουρλιαχτό ενός σκύλου. Έκανε σάτιρα· θεωρούσε ανοησία τη θεωρία της μετεμψύχωσης.

Σαν ποιητής, έγραψε κυρίως ελεγείες. Ας διαβάσουμε μια από τις ελεγείες του κι ας μεταφερθούμε νοερά σε ένα συμπόσιο του πέμπτου π. χ. αιώνα:

«…ο κρατήρας στέκει εκεί, γεμάτος ευθυμία, κι είναι έτοιμο κι άλλο κρασί στις στάμνες, που λέει πως δεν πρόκειται ποτέ να λιγοστέψει, γλυκόπιοτο και μοσχομύριστο. Στη μέση ο λιβανωτός σκορπίζει την ιερή του ευωδιά. Έχει νερό δροσερό και γλυκό και καθάριο. Παραδίπλα είναι τα χρυσόξανθα ψωμιά και το μεγαλόπρεπο τραπέζι το βαραίνουνε τυρί και ξανθό μέλι. Στη μέση ο βωμός ολόσκεπος με άνθη κι όλο το σπίτι αντηχεί από το τραγούδι και το γλέντι. Πρώτα πρέπει σαν άνθρωποι σωστοί, να υψώσουμε ύμνο στο θεό με λόγους ευλαβείς κι αγνές κουβέντες. Κι όταν πια κάνουμε σπονδές κι ευχές, να πορευόμαστε κατά το δίκιο, κακό δεν είναι να πιεις τόσο, που να μπορείς στο σπίτι σου να φτάσεις χωρίς να σε οδηγήσει κάποιος δούλος, εξόν κι αν είσαι πάρα πολύ γέρος».

Φίλες και φίλοι,  δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό λέει ο Ξενοφάνης, διότι με τη γνώση που διαθέτει ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατακτήσει αυτή τη γνώση. Απομυθοποιεί πρόσωπα, μύθους και καταστάσεις της εποχής του, ισχυριζόμενος πως πως ακόμα και εάν έχεις την τύχη να πιστέψεις, στην πραγματικότητα αυτό είναι απλά μια πίστη, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι γνώση. Ήταν ήταν ένας ταξιδιώτης της φύσης και της ζωής που πάντοτε αταλάντευτα το ανήσυχό του μυαλό έψαχνε εξηγηματικές διεξόδους από τα «μυστήρια της φύσης» που τότε αποδίδονταν σε θέσφατα (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Πίστευε πως ο κόσμος κι ο θεός ήταν ένα, ίσως για να υπονοήσει πως δεν υπάρχει θεός αλλά ο κόσμος, κάτι που υποστήριξε αιώνες μετά ο Σπινόζα. Πραγματιστής, κατά κάποιο τρόπο, κλείνει την προαναφερθείσα ελεγεία του με το στίχο: «Οι άντρες, δεν μιλούν για μύθους και πολέμους αλλά για την αρετή».

Η αρετή ζητούμενο και προϋπόθεση συνάμα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, για να ζήσει ο άνθρωπος με πληρότητα τη ζωή του.

Σας ευχόμαστε ένα όμορφο βράδυ και μια θαυμαστή εβδομάδα.

ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΗΓΕΣ: ΑΜΑΛΙΑ ΜΕΓΑΠΑΝΟΥ «Πρόσωπα και Άλλα Κύρια Ονόματα», ΛΟΥΤΣΙΑΝΟ ΝΤΕ ΚΡΕΣΕΝΤΣΟ «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας», filologiko.edu.gr

Related Articles

Stay Connected

567ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ