24-01-2026, Ω/23:10′
Με αφορμή το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτικής Προστασίας και Κλιματικής αλλαγής, λάβαμε στο e- mail της Ένωσής μας σχολιασμό του από συνάδελφο, το οποίο σας παρουσιάζουμε.
“Ο ταξικός προσανατολισμός του νέου δόγματος της Πολιτικής Προστασίας
Το νομικό πλαίσιο γύρω από τις καμένες εκτάσεις και τις επενδύσεις αποτελεί το σημείο όπου η επιστήμη της δασολογίας συναντά την πολιτική σύγκρουση.
Το Άρθρο 117, παράγραφος 3 του Ελληνικού Συντάγματος ορίζει ρητά ότι τα δάση που καταστρέφονται από πυρκαγιά κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέα και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό.
Ωστόσο, ο Ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε πρόσφατα, επιτρέπει ορισμένες επεμβάσεις σε αναδασωτέες εκτάσεις για λόγους «υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος», όπως έργα ΑΠΕ, στρατιωτικά έργα ή μεταλλευτικές δραστηριότητες.
Σε αυτό το τοπίο, το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο «ΕΝΕΡΓΗ ΜΑΧΗ» δεν αποτελεί μια απλή τεχνική πρωτοβουλία, αλλά την επίσημη σφραγίδα μιας πολιτικής επιλογής που μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την κοινωνική ασφάλεια στις απαιτήσεις της πολεμικής βιομηχανίας και των μεγάλων επενδυτικών ομίλων.
Με το πρόσχημα της «ανθεκτικότητας», γινόμαστε μάρτυρες μιας στρατηγικής που φαίνεται να θυσιάζει τη δημόσια προστασία στον βωμό των γεωπολιτικών δεσμεύσεων.
Αντί τα ευρωπαϊκά κεφάλαια να κατευθύνονται στην ενίσχυση του μόνιμου προσωπικού της Πυροσβεστικής και της Δασικής Υπηρεσίας, διοχετεύονται σε τεχνολογίες και συστήματα επιτήρησης που εντάσσονται στις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.
Η νέα τεχνολογία, αν και αναμφίβολα αποτελεί ένα πολύτιμο βοηθητικό εργαλείο στα χέρια των επιστημόνων και των επιχειρησιακών στελεχών, κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυτοσκοπό όταν χρησιμοποιείται για να καλύψει τα υπηρεσιακά οργανικά κενά και την έλλειψη επίγειας δράσης.
Η επιλογή της καταστολής έναντι της πρόληψης αποκαλύπτει έναν βαθύ ταξικό προσανατολισμό, καθώς η ασφάλεια μετατρέπεται από καθολικό δικαίωμα σε προνόμιο εκείνων που κατέχουν «κρίσιμες υποδομές».
Ενώ ο λαϊκός πλούτος και η μικρή περιουσία στην περιφέρεια εγκαταλείπονται στη λογική της εκκένωσης (112), το κράτος θωρακίζει με drones και ειδικές δυνάμεις τα μεγάλα επενδυτικά συμφέροντα και τις ενεργειακές ζώνες.
Η εγκατάλειψη της πρόληψης —με κλειστούς δασικούς δρόμους και ασυντήρητες δεξαμενές— ενισχύει το αίσθημα ανασφάλειας των απλών πολιτών, την ώρα που οι πόροι αφαιρούνται από την Πολιτική Προστασία για να εξυπηρετήσουν εξοπλιστικές συμβάσεις.
Η εισαγωγή της προδιαγεγραμμένης καύσης ως «καινοτομία» αποτελεί μια ειρωνική υπενθύμιση της βιωματικής γνώσης που χάθηκε, καθώς οι άνθρωποι της υπαίθρου συμβίωναν με το δάσος επί σειρά ετών. Σήμερα, η μέθοδος αυτή κινδυνεύει να γίνει ένα «φθηνό υποκατάστατο» της δασικής διαχείρισης, λειτουργώντας ως μηχανισμός παράκαμψης των περιβαλλοντικών περιορισμών για την ευκολότερη «αξιοποίηση» εκτάσεων από εγχώριους και διεθνείς ομίλους ξυλεμπορίου και όχι μόνο, που υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν προστατευμένες.
Η πραγματική «ενεργή μάχη» απαιτεί την παρουσία του ανθρώπου μέσα στο οικοσύστημα και όχι τη μετατροπή του κράτους σε πελάτη ιδιωτικών πληροφοριακών συστημάτων.
Η υπερεργασία των πυροσβεστών με πενιχρές αμοιβές και η σκόπιμη υπολειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών ανοίγουν την κερκόπορτα για την είσοδο μεγάλων ομίλων σε προστατευμένες περιοχές. Το δάσος δεν είναι χώρος για «πράσινες μπίζνες» ούτε πεδίο πειραματισμού εξοπλισμών.
Είναι ο ζωτικός μας χώρος και η συλλογική μας μνήμη. Οφείλουμε να το παραδώσουμε στα παιδιά μας ζωντανό, γιατί δεν το κληρονομήσαμε από τους πατέρες μας, το δανειστήκαμε από αυτούς.
Απέναντι σε μια πολιτική που προστατεύει το κέρδος και καίει το κοινό αγαθό, η ανάγκη για ένα κράτος που υπηρετεί τον πολίτη και το περιβάλλον παραμένει πιο επιτακτική από ποτέ.”
Υπογραφή: Κάλχας
